Simone de Beauvoir | She Came to Stay (II)

Last Year at Marienbad | dir. Alain Resnais (1961)

‘It always interests me,’ said Pierre with astonishment.

‘But you never ask me questions spontaneously.’

‘I feel that as soon as you have something to say, you say it to me,’ said Pierre.

He stared at her a little uneasily.

‘When did it happen?’

‘What?’ said Françoise.

‘That I didn’t ask question?’

‘Several times recently,’ said Françoise with a little laugh. You looked as if you were thinking of somthing else.’

She hesitated, doubtful. Confronted with Pierre’s trust, she was ashamed. Every time she had kept silence with regard to him she had prepared an ambush into which he had quietly fallen. He did not suspect that she had been laying traps for him. Wasn’t she the one who had changed? Wasn’t it she who was lying when she spoke of blissful love, of happiness, of jealousy overcome? Her words, her behaviour no longer corresponded fully to her deeper feelings. And he continued to believe her. Was that faith or indifference?

– Simone de Beauvoir, She Came to Stay

 

Jean-Michel Guenassia | Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων (I)

Francoise Hardy

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, από καμιά δεκαριά γραμμές το καθένα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις τον χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός.

– Jean-Michel Guenassia, Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων

Άμος Οζ | Ιστορία Αγάπης και Σκότους (Ι)

Audrey Hepburn

Για το λόγο αυτόν ο πατέρας μου δανείστηκε μερικές λίρες από τους γονείς του, ανέλαβε να φροντίσει μόνος το παιδί και το σπίτι, και η μητέρα μου, πράγματι ταξίδεψε μόνη να αναπαυτεί στην πανσιόν στην Άρζα. Όμως κι εκεί δεν έπαψε να διαβάζει. Αντίθετα, διάβαζε σχεδόν πρωί και βράδυ, από το πρωί ως το βράδυ: καθόταν σε μια σεζλόνγκ στο δασύλλιο των πεύκων στην πλαγιά του βουνού και διάβαζε, και τη νύχτα διάβαζε στο φωτισμένο μπαλκόνι την ώρα που οι άλλοι παραθεριστές χόρευαν ή έπαιζαν χαρτιά ή συμμετείχαν σε άλλες δραστηριότητες. Και τις νύχτες κατέβαινε στη μικρή αίθουσα δίπλα στο γραφείο και καθόταν εκεί στην άκρη του πάγκου και διάβαζε στη σιωπή τις περισσότερες ώρες της νύχτας, για να μην ταράξει την ηρεμία της συγκατοίκου της στο δωμάτιο: διάβαζε Μοπασάν και Τσέχοφ, διάβαζε Τολστόι και Γκνέσιν και Μπαλζάκ και Φλομπέρ και Ντίκενς και Σαμισό και Τόμας Μαν και Ιβασκιέβιτς και Κνουτ Χάμσουν και Κλάιστ και Μοράβια και Έρμαν Έσσε και Μοριάκ και Αγκνόν και Τουργκένιεφ και Σόμερσετ Μομ και Στέφαν Τσβάιχ και Αλμπέρτο Μοράβια, σχεδόν δεν σήκωνε τα μάτια της από τις σελίδες του βιβλίου όλες τις μέρες της ανάπαυσής της. Και όταν επέστρεψε σπίτι στην Ιερουσαλήμ έδειχνε κουρασμένη, χλομή, κάτω από τα μάτια της είχαν εμφανιστεί σκούρες σκιές, λες και όλα τα βράδια εκεί ξεσάλωνε. Όταν τη ρωτήσαμε ο μπαμπάς και εγώ να μας πει αν πέρασε καλά στην εξοχή χαμογέλασε και μας απάντησε: «Ούτε πέρασε από το μυαλό μου».

– Ιστορία Αγάπης και Σκότους, Άμος Οζ

Το βαλς των δέντρων και του ουρανού | Jean-Michel Guenassia (II)

Loving Vincent (2017)

Η τέχνη είναι πλούτος. Αν κάποιος μπορούσε να θυμηθεί όλα τα ωραία πράγματα που έχει δει, δεν θα έπαυε ποτέ να έχει τροφή για τη σκέψη του, δεν θα ήταν ποτέ μόνος.

– Το βαλς των δέντρων και του ουρανού, Jean-Michel Guenassia

Simone de Beauvoir | She Came to Stay (I)

Paris in the 1940s | Robert Doisneau

At the next table a rather tired blonde and a very young man were affectionately holding hands; the youth was talking ardently in a low voice, the woman smiling cautiously, without letting a single wrinkle furrow her once pretty face; the little professional from the hotel was dancing with a sailor, clinging tightly against him, her eyes half-closed; the attractive brunette seated on her bar stool, was munching banana slices, with an expression of boredom. Françoise smiled proudly. Each one of these men, each one of these women present here tonight was completely absorbed in living a moment of his or her insignificant individual existence. Xavière was dancing. Elisabeth was shaken by convulsions of anger and despair. And I – here I am at the very heart of the dance-hall – impersonal and free. I am watching all these lives and all these faces. If I were to turn away from them, they would disintegrate at once like a deserted landscape.

– She Came to Stay, Simone de Beauvoir