Σμιλεύοντας τον Χρόνο | Andrei Tarkovsky (ΙΙ)

The Mirror (1975) | Andrei Tarkovsky

Δεν χρειάζονται πολλά για να αρέσει η τέχνη σε κάποιον: ψυχή ευαίσθητη, λεπτή, ευσυγκίνητη, ανοιχτή από καλό και το ωραίο, ικανή για αυθόρμητη αισθητική εμπειρία. Στη Ρωσία το κοινό μου συμπεριελάμβανε πολλούς που δεν θα μπορούσαν να καυχηθούν για τις γνώσεις ή για τη μόρφωσή τους. Πιστεύω ότι η ευαισθησία απέναντι στην τέχνη δίνεται σε κάποιον τη στιγμή που γεννιέται, κι ύστερα εξαρτάται από την πνευματική του καλλιέργεια.

– Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το Χρόνο

Σμιλεύοντας τον Χρόνο | Andrei Tarkovsky

Polaroids by Andrei Tarkovsky

Η τέχνη μπορεί μόνο να δώσει τροφή, ώθηση, ευκαιρία για ψυχική εμπειρία.

– Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το Χρόνο

Moments in TV | The Affair

Sometimes I kind of take a giant step back into myself and watch everyone else go by. Like from a window high above. I felt like I could see so clearly from up there, the way a crowd of people swelled and thinned, ebbed one way and then changed direction, like the tide. It made me feel better, being so far away from everyone else. For a moment, I was safe.

– Alison Lockhart, The Affair

 

*Η 4η σαιζόν θα προβληθεί στις αρχές του 2018.

Στις Ταινίες Κλαίω στις πιο Άσχετες Σκηνές | Ξένια Κουναλάκη

Θυμάμαι την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το βιβλίο Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές της Ξένιας Κουναλάκη. Ήταν στο υπόγειο της Πολιτείας ένα πρωινό Σαββάτου, τον περσινό Νοέμβρη. Το εξώφυλλο του ήταν αυτό που τράβηξε αμέσως το βλέμμα μου. Μετά τα μάτια μου έμειναν πάνω στον τίτλο. Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές. Ταυτίστηκα τόσο πολύ μαζί του. Ήμουν εγώ. Αμέσως το έπιασα στα χέρια μου και βάλθηκα να το ξεφυλλίζω. Ήταν σαν σελίδες κομμένες από ένα προσωπικό ημερολόγιο, μόνο που είχαν τίτλους. Το τείχος από αδιάβαστα βιβλία. Μαλλιά πλεγμένα κοτσιδάκια. Η σημειολογία του like. Οι συγγραφείς που ερωτεύτηκα. Με ταλαιπωρούν τα αποσιωπητικά. Είναι πιο εύκολο να είσαι η Άννα Καρένινα.

Η απόφαση ήταν άμεση. Αυτό το βιβλίο θα γινόταν δικό μου εκείνη τη στιγμή. Έσπευσα στο ταμείο, αγνοώντας τα υπόλοιπα βιβλία, για να πληρώσω. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν στην πλατεία Κοραή, καθισμένη στα αγαπημένα μου Starbucks, με μία κούπα chai tea latte στα χέρια, βυθισμένη ήδη στο βιβλίο που μόλις είχα αποκτήσει. Σήκωσα το βλέμμα μου ξανά απ’ τις σελίδες του, μόνο όταν είχα διαβάσει και την τελευταία πρόταση.

Θυμάμαι, στις πρώτες σελίδες ακόμη, διαβάζω τον τίτλο Το κρεβάτι μου και στην πρώτη πρόταση να γίνεται αναφορά στο ομώνυμο έργο της Τρέισι Έμιν. Άμεση σκέψη: η Ξένια θα ήθελα να είναι φίλη μου. Οι σκέψεις της, σκέψεις που έχουν περάσει και από το δικό μου μυαλό – εκεί, αποτυπωμένες στο χαρτί. Η γραφή της προσωπική. Σε προσκαλεί, χωρίς φίλτρο και χωρίς να απολογείται για το ποια είναι, να ανακαλύψεις μικρές πτυχές του εαυτού της.

Το βιβλίο αυτό θα το επισκεφτώ ξανά αυτόν τον χειμώνα. Κάποιο απόγευμα μες στις γιορτές των Χριστουγέννων, σ’ ένα διάλειμμα απ’ τις κοινωνικές υποχρεώσεις, θα καθίσω στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, φορώντας τις κόκκινες καρώ πιτζάμες μου, και παρέα με μια κούπα mulled wine με κανέλα και πορτοκάλι θα βυθιστώ για άλλη μια φορά στις σελίδες του.

Η σημειολογία του like

Καμιά φορά, οι φίλοι μου στο Φέισμπουκ ποστάρουν κάτι και μετά από πέντε ώρες δεν έχουν ούτε ένα like. Όταν το παρατηρώ, πάντα κάνω ένα, είναι το λεγόμενο «like του οίκτου». Ακούγεται αισχρό και κυνικό, αλλά δεν μπορώ να σκέφτομαι έναν άνθρωπο καρφωμένο στην οθόνη του επί ώρες, περιμένοντας να βρει επιτέλους την αποδοχή των υπολοίπων. Σκέφτομαι την αγωνία του, καθώς θα βλέπει το κόκκινο της ειδοποίησης στο πάνω μέρος της οθόνης, φευ όμως, θα πρόκειται για μια ακόμη πρόσκληση σε έναν αγώνα Candy Crush.
Μετά είναι τα «like της αμοιβαιότητας». Δεν μπορεί ο άλλος να με λούζει με κομπλιμέντα και να με βομβαρδίζει με like σε κάθε ανάρτηση κι εγώ να είμαι γαϊδούρα. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς επιτάσσουν ανταπόδοση. Υπάρχουν εξάλλου φίλοι μου που με παίρνουν τηλέφωνο ή μου στέλνουν μήνυμα «Μπορείς να μου κάνεις like σε αυτό που μόλις ανέβασα;»
Υπάρχει ένα άλλο είδος, αυτό «της κεκτημένης ταχύτητας», που, επειδή συνήθως συμφωνώ με κάποιον, σπεύδω να διακηρύξω ότι μου αρέσει, χωρίς να έχω φτάσει μέχρι το τέλος του ποστ. Όταν συνειδητοποιώ πλέον ότι «δεν μ’ αρέσει», είτε κάνω ξε- like, το οποίο μπορεί να περάσει απαρατήρητο, αν έχουν προηγηθεί πολλά άλλα, είτε το αφήνω ως έχει κι εύχομαι να μην το δει κανείς.
Ένα άλλο ενδιαφέρον είδος είναι το «πολλαπλό like». Όταν απολαμβάνω ένα άρθρο παθιασμένα πάω και κάνω like σε οποιονδήποτε το έχει ποστάρει, ενώ έχω παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι κάνουν άπαξ like στα άρθρα μου/Εχουν και δουλειές οι άνθρωποι.
Το «like του φλερτ» μπορεί να έχει διττό ρόλο. Μπορεί να γίνει ή να μη γίνει, δηλαδή η παρουσία του μπορεί να υποδηλώνει ενδιαφέρον ή η απουσία του μπορεί να έχει στόχο να κινήσει το ενδιαφέρον. Αληθινός διάλογος με φίλη: «Μα γιατί δεν μου κάνει like;» «Για να σου αποσπάσει την προσοχή, βρε κουτό. Είναι πολύ καλό σημάδι». Δεν ξέρω αν σκέφτονται όλοι έτσι, αλλά εμένα αυτό μου θυμίζει κάποια σημεία από το θεατρικό έργο Με δύναμη από την Κηφισιά.
Το «οικογενειακό like» βασίζεται σε δεσμούς αίματος. Δεν μπορώ να μην κάνω like σε συγγενείς πρώτου βαθμού, παιδικούς φίλους, συναδέλφους, δανειστές ή εργοδότες με τους οποίους έχω σχέση οικονομικής εξάρτησης.
Το «εξυπνακίστικο like», από την άλλη, έχει την έννοια «δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς, αλλά, επειδή οι υπόλοιποι μοιάζουν να έχουν καταλάβει κι επειδή το λες και με έναν περίτεχνο τρόπο, δεν πρόκειται εγώ να απομονωθώ και να μην κάνω like». Κατά μία έννοια θα μπορούσε να βαφτιστεί και «like της μύησης»: «Εμείς όλοι που μας αρέσει το συγκεκριμένο ποστ, είμαστε λίγοι κι εκλεκτοί, μέλη μιας φεϊσμπουκικής φιλικής εταιρείας, έχουμε τους δικούς μας κώδικες, που οι άσχετοι αδυνατούν να κατανοήσουν», είναι το μήνυμα που στέλνει το συγκεκριμένο like. Στην ίδια κατηγορία θα μπορούσε να ενταχθεί και το «κτητικό like»: «Αυτό το ποστ μου ανήκει, εσείς οι ανίδεοι κρατήστε απόσταση ασφαλείας», είναι το μότο σε αυτήν την περίπτωση.
Στο «like επίδειξης ισχύος» στόχος είναι περισσότερο η ποσότητα παρά η ποιότητα. Υπάρχει εξάλλου το «like της αμηχανίας», όταν μου πλέκουν το εγκώμιο, δεν ξέρω τι να κάνω κι επειδή δεν μπορούν οι άλλοι να δουν ότι κοκκινίζω, κάνω απλά like στα σχόλια τους. «Κούκλα»- like. «Εύστοχο άρθρο»- like. «Η κόρη σου σου μοιάζει»- like. Όπως και το «like της πλήξης ή της αφωνίας». Επειδή βαριέμαι να απαντήσω οτιδήποτε, να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα, κάνω ένα like για να ξεφορτωθώ αυτόν που μου απευθύνεται, με σχολιάζει ή μου εύχεται χρόνια πολλά.
Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κάνω ασταμάτητα like, που έχουν όμως διαφορετική χροιά, νόημα και ύφος. Θα είχε ενδιαφέρον να αναλύσει κανείς επιστημονικά, όχι τσαπατσούλικα, όπως εγώ, τη σημειολογία του like: πόσες λεπτές αποχρώσεις, πόσες σκέψεις και συναισθήματα, ανασφάλειες, πόθοι κι αγωνίες κρύβονται πίσω από τον φαινομενικά κοινό μπλε υψωμένο αντίχειρα.

– Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές, Ξένια Κουναλάκη

The Bell Jar | Sylvia Plath

 

I saw my life branching out before me like the green fig tree in the story. From the tip of every branch, like a fat purple fig, a wonderful future beckoned and winked. One fig was a husband and a happy home and children, and another fig was a famous poet and another fig was a brilliant professor, and another fig was Ee Gee, the amazing editor, and another fig was Europe and Africa and South America, and another fig was Constantin and Socrates and Attila and a pack of other lovers with queer names and offbeat professions, and another fig was an Olympic lady crew champion, and beyond and above these figs were many more figs I couldn’t quite make out. I saw myself sitting in the crotch of this fig tree, starving to death, just because I couldn’t make up my mind which of the figs I would choose. I wanted each and every one of them, but choosing one meant losing all the rest, and, as I sat there, unable to decide, the figs began to wrinkle and go black, and, one by one, they plopped to the ground at my feet.

– The Bell Jar, Sylvia Plath