Oscars 2017 | Αγαπημένες Εμφανίσεις

Κάθε χρόνο την επόμενη των Oscars μου αρέσει να χαζεύω τις εμφανίσεις των star στο κόκκινο χαλί. Φέτος η αγαπημένη μου εμφάνιση ήταν αυτή της Janelle Monáe που σε όλη τη σαιζόν των βραβείων αναδείχθηκε για μένα στη βασίλισσα των ιδιαίτερων και εξαιρετικά επιτυχημένων εμφανίσεων.

1. Janelle Monáe in Elie Saab Haute Couture

2. Laura Dern in Rodarte

3. Taraji P. Henson in custom Alberta Ferretti

4. Michelle Williams in Louis Vuitton

5. Emma Stone in Givenchy Haute Couture by Riccardo Tisci


6. Ava DuVernay in custom Ashi Studio

7. Emma Roberts in vintage Armani Privé

Στο δε party του Vanity Fair η Thandie Newton και η Hailee Steinfeld κονταροχτυπήθηκαν για την πιο όμορφη εμφάνιση.

1. Hailee Steinfeld in Ralph & Russo

2. Thandie Newton in Schiaparelli Couture

3. Elizabeth Banks

4. Lilly Collins

5. Justin Theroux and Jennifer Aniston

Και θα κλείσω με το αγαπημένο μου πορτρέτο από το φωτογραφικό booth του Vanity Fair με τον James Corden.

Περισσότερα στιγμιότυπα και εμφανίσεις μπορείτε να δείτε στο pinterest μου. Σχόλια για την τελετή και τα βραβεία φυσικά έκανα σε facebook και twitter.

♫ Love| Lana Del Rey ♫

Look at you kids with your vintage music
Comin’ through satellites while cruisin’
You’re part of the past, but now you’re the future
Signals crossing can get confusing

It’s enough just to make you feel crazy, crazy, crazy
Sometimes, it’s enough just to make you feel crazy

You get ready, you get all dressed up
To go nowhere in particular
Back to work or the coffee shop
Doesn’t matter cause it’s enough
To be young and in love
To be young and in love

Look at you kids, you know you’re the coolest
The world is yours and you can’t refuse it
Seen so much, you could get the blues
But that don’t mean that you should abuse it

Though it’s enough just to make you go crazy, crazy, crazy
I know, it’s enough just to make you go crazy, crazy, crazy

But you get ready, you get all dressed up
To go nowhere in particular
Back to work or the coffee shop
It don’t matter because it’s enough
To be young and in love
To be young and in love

Don’t worry, baby
Don’t worry, baby

And it’s enough just to make me go crazy, crazy, crazy
It’s enough just to make me go crazy, crazy, crazy

I get ready, I get all dressed up
To go nowhere in particular
It doesn’t matter if I’m not enough
For the future or the things to come
‘Cause I’m young and in love
I’m young and in love

Don’t worry, baby
Don’t worry, baby
Don’t worry, baby

♫ ♫ ♫

Απόγευμα του Φλεβάρη

Masculin Feminin (Jean Luc-Godard, 1966)
Masculin Feminin (Jean Luc-Godard, 1966)

Είναι απόγευμα Πέμπτης. Μόλις έχω βγει από τον σταθμό του μετρό και σφίγγω το παλτό γύρω απ’ το σώμα μου. Έξω έχει παγωνιά και ο ήλιος ετοιμάζεται να κρυφτεί πίσω απ’ τα τσιμεντένια κτήρια. Ψάχνω τα γάντια μου μες στην τσάντα, αλλά μάταια. Είναι ξεχασμένα πάνω στην ξύλινη κουπαστή του κρεβατιού. Αρχίζω να νιώθω ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού. Αυτές οι άτιμες χιονίστρες πάλι δε με αφήνουν σε ησυχία. Χώνω τα χέρια μου στις φαρδιές τσέπες του παλτού μου και με αποφασιστικό βήμα ξεκινάω για το μικρό εκείνο καφέ που ανακάλυψα μόλις μια εβδομάδα πριν. Είναι χωμένο σε κάτι στενά στους Αμπελόκηπους, πίσω απ’ το συνοικιακό σινεμά.

Καθώς περπατάω στη λεωφόρο Αλεξάνδρας τα μάτια μου κινούνται νευρικά πότε πάνω σε άδεια βλέμματα, πότε πάνω σε εγκαταλελειμμένα κτήρια – εκείνα είναι που απαιτούν την προσοχή μου. Μπροστά στο La Pasteria τα βήματα μου χάνουν τον ρυθμό τους, μου ορίζουν να σταματήσω. Ένα απρόσμενο κύμα νοσταλγίας με τυλίγει. Είναι στιγμιαίο. Δευτερόλεπτα μετά περπατάω ξανά με σκοπό -ναι, να φτάσω σ’ εκείνο το μικρό καφέ. Τα γρανάζια του μυαλού μου δουλεύουν σε πυρετώδης ρυθμούς. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.

Δεν καταλαβαίνω πότε διέσχισα τόσες διαβάσεις, αλλά στέκομαι μπροστά στο μικρό καφέ – μια σταλιά, δέκα τραπέζια όλα κι όλα. Σπρώχνω την πόρτα και η μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ φτάνει στα ρουθούνια μου. Διαλέγω ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο και αρχίζω να ξετυλίγω το κόκκινο πλεκτό κασκόλ μου. Παραγγέλνω έναν espresso και μέχρι να φτάσει βγάζω απ’ την τσάντα μου το βιβλίο που διαβάζω και το σημειωματάριο μου. Παίζω το στυλό ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις που γυρόφερναν στο μυαλό μου σε αυτή τη μικρή διαδρομή, απ’ τον σταθμό του μετρό μέχρι εδώ. Δεν είμαι ποιήτρια, δεν είμαι λογοτέχνης. Απλώς κάποιες στιγμές νιώθω μια απίστευτη ανάγκη να βάλω τις σκέψεις μου πάνω σε μια κόλλα χαρτί, κι ας είναι άναρχες και δίχως συνοχή. Οπότε γράφω, γράφω, γράφω.

Κάποια άδεια κτήρια ερημωμένα και εγκαταλελειμμένα είναι στο μυαλό μου συνδυασμένα με πρόσωπα και αναμνήσεις. Να, σαν και κείνο το ιταλικό εστιατόριο που προσπέρασα σήμερα το απόγευμα. Όταν ήμουν φοιτήτρια το επισκεπτόμουν μαζί με την νονά μου. Είχαμε μικρή ηλικιακή διαφορά και κάναμε πολύ παρέα. Σε κείνη προσέβλεπα για συμβουλές και με κείνη ένιωθα πως μπορούσα να συζητήσω τα πάντα. Δεν μας έδεναν μόνο συγγενικοί δεσμοί, ήταν φιλία πάνω απ’ όλα. Κι όμως, τώρα πια είμαστε σαν ξένες. Απομονώθηκε η μία απ’ την άλλη. Αλλάξαμε και οι δύο. Βρισκόμαστε σπάνια, και αυτό μόνο και μόνο γιατί το επιβάλλουν οι οικογενειακές σχέσεις. Τυπικότητα. Ψυχρότητα. Ψεύτικα χαμόγελα. Κατ’ουσίαν αποξένωση. Η σχέση μας είναι σαν το ερημωμένο κτήριο. Θέλει μόνο ένα χτύπημα για να γίνει συντρίμμια.

Και μετά αρχίζω και θυμάμαι κι άλλες περιπτώσεις τέτοιων κτηρίων. Εκείνο το εμπορικό κέντρο που επισκεπτόμουν σαν παιδί είναι πλέον ένα κτήριο φάντασμα. Το σινεμά που έβγαινα ραντεβού με πρώτο μου αγόρι δεν υπάρχει πια. Το λούνα παρκ που πηγαίναμε παρέα με τους φίλους μου στην εφηβεία μας έχει γίνει αγνώριστο. Γκρέμισαν και τον φούρνο που αγοράζαμε φρέσκο ψωμί κάθε πρωί μαζί με τη γιαγιά μου, όταν η μαμά μου ήταν έγκυος στον μικρό μου αδερφό. Ακόμη και στην πλατεία της τωρινής μου γειτονιάς ξεπετάχτηκε ένα κτήριο έκτρωμα που θέλει να περνιέται για φαρμακείο. Τι υπήρχε πριν στη θέση του δεν θυμάμαι πια.

Και κάπως έτσι συνδέω αυτά τα έρημα κτήρια που κάποιες φορές συναντώ σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας με τη χαμένη μου εφηβεία, τα χαρούμενα παιδικά μου χρόνια, τα ανέμελα φοιτητικά μου χρόνια, το πρώτο μου αγόρι, την νονά μου, τους παιδικούς μου φίλους. Όλα αυτά τα πρόσωπα και οι αναμνήσεις γινήκαν ένα γαϊτανάκι στο μυαλό μου. Και μες σε κείνο το μικρό καφέ άρχισα να γράφω γι’ αυτά στο σημειωματάριο μου.

Ο ζεστός καφές είναι η ιδανική συντροφιά σ’ αυτό το κρύο απόγευμα. Κάθε γουλιά και μια μικρή απόλαυση. Για μια μονάχα στιγμή νιώθω το χρόνο να έχει παγώσει – όπως σε καρέ σε ταινία. Μια ανάσα στο χρόνο για να τακτοποιήσω σκέψεις και συναισθήματα. Αυτό μόνο μου αρκεί για να συνεχίσω τη μέρα μου όπως και πρώτα.

Κλείνω το σημειωματάριο με μια απότομη κίνηση. Οι σελίδες του γέμισαν σκόρπιες λέξεις. Οι σκέψεις χύθηκαν στο χαρτί. Η ψυχή ζυγίζει λιγότερο. Φωνάζω το γκαρσόνι, το πληρώνω και αρχίζω να τυλίγω το κόκκινο πλεκτό κασκόλ γύρω απ’ τον λαιμό μου. Ανοίγω την πόρτα του καφέ και νιώθω τον κρύο αέρα στο πρόσωπο μου. Ο ουρανός σκοτείνιασε. Τα φώτα του δρόμου είναι αναμμένα. Χώνω τα χέρια στις μεγάλες τσέπες του παλτού μου, ανασηκώνω τους ώμους μου και παίρνω βαθιά ανάσα. Ο δρόμος με περιμένει.

Η Ώρα του Αστεριού της Clarice Lispector

Aν ο Κάφκα ήταν γυναίκα. Αν ο Ρίλκε ήταν μία Εβραία-Βραζιλιάνα που γεννήθηκε στην Ουκρανία. Αν ο Ρεμπώ ήταν μητέρα, αν είχε ζήσει μέχρι τα πενήντα. Αν ο Χάιντεγκερ είχε καταφέρει να πάψει να είναι Γερμανός, αν είχε γράψει το Βιβλίο της Γης. Γιατί αναφέρω αυτά τα ονόματα; Για να προσπαθήσω να περιγράψω μια περιοχή. Κάπου εκεί βρίσκεται η περιοχή όπου γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ. Εκεί όπου ανασαίνουν τα πιο απαιτητικά έργα, εκείνη ανοίγει το δρόμο της. Πέραν της κατανόησης, βήμα το βήμα, βουτάει τρέμοντας στο ακατανόητο τρομακτικό βάθος του κόσμου, εκεί όπου το υπερευαίσθητο αυτί τεντώνεται για να συλλάβει ακόμα και τον ήχο των άστρων, ακόμα και την ανεπαίσθητη τριβή των ατόμων, ακόμα και τη σιωπή ανάμεσα σε δύο καρδιοχτύπια. Γυναίκα-φύλακας, νυχτερινό φως του κόσμου. Εκείνη δεν γνωρίζει τίποτα. Δεν διάβασε τους φιλοσόφους. Και παρ’ όλα αυτά κάποιες φορές θα ορκιζόσουν πως τους ακούς να μουρμουρίζουν μέσα στα δάση της. (από το οπισθόφυλλο)

review: Έτσι μας συστήνεται το κύκνειο άσμα της Clarice Lispector και είναι λογικό να νιώσεις ένα δέος απέναντι στο τι πρόκειται να συναντήσεις μόλις ανοίξεις το βιβλίο και ξεκινήσεις να διαβάζεις. Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ. Συνάμα ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλα και μια μικρή αγωνία για το αν θα ήταν μια επιτυχημένη επιλογή.

Το βιβλίο με κέρδισε απ’ την πρώτη στιγμή, πριν ακόμη αρχίσει με την πρώτη του φράση, απ’ την αφιέρωση της συγγραφέως.

«… Αφιερώνομαι στη νοσταλγία της παλιάς μου φτώχειας, τότε που όλα ήταν πιο λιτά και αξιοπρεπή και δεν είχα φάει ποτέ αστακό. Αφιερώνομαι στη θύελλα του Μπετόβεν. Στις δονήσεις των ουδέτερων χρωμάτων του Μπαχ. Στον Σοπέν που μου απαλύνει τα κόκαλα. Στον Στραβίνσκι που με σάστισε και που μαζί του πέταξα μες στη φωτιά. Στο Θάνατος και Μεταμόρφωση, όπου ο Ρίχαρντ Στράους μου αποκαλύπτει ένα πεπρωμένο; Πάνω απ’ όλα αφιερώνομαι στις παραμονές του σήμερα και στο σήμερα, στο διάφανο πέπλο του Ντεμπυσσύ, στον Μάρλος Νόμπρε, στον Προκόπιεφ, στον Καρλ Όρφ, στον Σαίνμπεργκ, στους δωδεκαφθογγικούς, στις διάτορες κραυγές των ηλεκτρονικών – σε όλους αυτούς που άγγιξαν μέσα μου περιοχές τρομακτικά απρόσμενες, όλους αυτούς τους προφήτες του παρόντος που μου προφήτεψαν τον ίδιο μου τον εαυτό σε σημείο να εκρήγνυμαι τώρα αμέσως σε εγώ…»

Και μετά ήρθαν οι πρώτες προτάσεις «Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή.» και παραδόθηκα αμαχητί. Πόσο όμορφα κατορθώνει με μια απλή εικόνα να περιγράψει τον έρωτα λέγοντας «…τα μάτια τους είχαν φιληθεί.»

Μοντέρνα γραφή. Καταιγισμός ιδεών. Φιλοσοφικές αναζητήσεις. Πραγματεία πάνω στη συγγραφή. Λεπτό χιούμορ. Εξομολογητική διάθεση. Όλα αυτά είναι το Η ώρα του Αστεριού της Clarice Lispector.

Η ανάγνωσή του είναι εμπειρία.

quotes: «Έτσι λοιπόν, την επόμενη, όταν οι τέσσερις κατάκοπες Μαρίες έφυγαν για δουλειά, είχε για πρώτη φορά στη ζωή της ό,τι πιο πολύτιμο: τη μοναξιά. Ένα δωμάτιο μόνο για εκείνη. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ολόκληρος ο χώρος ήταν στη διάθεσή της. Και δεν ακουγόταν λέξη. Χόρεψε λοιπόν σε μια πράξη απόλυτου θάρρους, καθώς η θεία δεν μπορούσε να την ακούσει. Χόρευε και στροβιλιζόταν γιατί μένοντας μόνη γινόταν: ε-λ-εύ-θ-ε-ρ-η! Χαιρόταν τα πάντα, τη σκληρά κερδισμένη μοναξιά, το ραδιόφωνο που έπαιζε στο τέρμα, το αχανές του δωματίου δίχως Μαρίες.»

«Το Una furtiva lacrima υπήρξε το μοναδικό θεσπέσιο πράγμα στη ζωή της. (…) Πιστεύω όμως πως έκλαιγε και επειδή, μέσω της μουσικής, μάντευε ίσως πως υπήρχαν άλλοι τρόποι να αισθάνεσαι, πιο λεπτεπίλεπτες υπάρξεις, μέχρι και με κάποια πολυτέλεια ψυχής.»

About Love | Για την αγάπη (Ι)

Σήμερα είναι του Αγίου Βαλεντίνου. Ας μοιραστώ μαζί σας λίγη #αγάπη. Αγάπη όπως την είδα μέσα απ’ τα βιβλία, τις ταινίες , την όπερα.

Doctor Zhivago (1965)
Doctor Zhivago (1965)

They loved each other because everything around them willed it, the trees and the clouds and the sky over their heads and the earth under their feet.

– Doctor Zhivago, Boris Pasternak

Have you ever been in love? Horrible isn’t it? It makes you so vulnerable. It opens your chest and it opens up your heart and it means that someone can get inside you and mess you up.

The Sandman, Vol. 9: The Kindly Ones, Neil Gaiman

Μικρά Αγγλία

… και τα φιλιά του τα είχε ονειρευτεί έτσι ακριβώς, λιγάκι άγρια σαν κύματα, πολύ σίγουρα, σαν ανεξίτηλες σφραγίδες στα χείλη της.

– Μικρά Αγγλία, Ιωάννα Καρυστιάνη

Far From The Madding Crowd

Of love, as a spectacle Bathsheba had a fair knowledge; but of love subjectively she knew nothing.

– Far From The Madding Crowd, Thomas Hardy

Lohengrin – National Greek Opera (2017)

Μόνο η αγάπη σου θα μ’ ανταμείψει για όσα πίσω μου άφησα για σένα· σ’ όλον τον κόσμο κανενός η μοίρα δεν ήταν πιο λαμπρή απ’ τη δική μου. Το στέμμα κι αν μου χάριζε ο Βασιλιάς, θα μου φαινόταν δώρο μικρό. Αν ήξερα μόνο πως μ’ αγαπάς, θα ‘ταν για τη θυσία μου αρκετό. Μην αμφιβάλλεις ούτε μια στιγμή πως η αγάπη σου μου αρκεί!

– Lohengrin, Richard Wagner

Anna Karenina (2012)

In the coach was an old lady dozing in the corner, and at the window, evidently only just awake, sat a young girl holding in both hands the ribbons of a white cap. With a face full of light and thought, full of a subtle, complex inner life, that was remote from Levin, she was gazing beyond him at the glow of the sunrise.

At the very instant when this apparition was vanishing, the truthful eyes glanced at him. She recognized him, and her face lighted up with wondering delight.

He could not be mistaken. There were no other eyes like those in the world. There was only one creature in the world that could concentrate for him all the brightness and meaning of life. It was she. It was Kitty.

– Anna Karenina, Leo Tolstoy

The Lobster (2015)
The Lobster (2015)

We developed a code so that we can communicate with each other even in front of the others without them knowing what we are saying. When we turn our heads to the left it means “I love you more than anything in the world” and when we turn our heads to the right it means “watch out, we’re in danger”. We had to be very careful in the beginning not to mix up “I love you more than anything in the world” with “watch out, we’re in danger”. When we raise our left arm it means “I want to dance in your arms”, when we make a fist and put it behind our backs it means “let’s fuck”. The code grew and grew as time went by and within a few weeks we could talk about almost anything without even opening our mouths.

– The Lobster (2015)

Sara Herranz
Sara Herranz

«Ξέρεις τι σημαίνει η λακκουβίτσα στη χούφτα; Όποιος την έχει, έχει κάτι μυστήριο. Αυτό το κενό μπορεί να γεμίσει κακοτυχία, αν δεν προσέξουμε. Αν αφήσουμε τον κόσμο και το σκοτάδι του και τη δυστυχία του να γεμίσουν τη λακκουβίτσα».

«Μα πώς μπορεί κανείς να αλλάξει το σχήμα του χεριού του;» γέλασα εγώ.

«Άμα το ακουμπήσει σ’ ένα άλλο χέρι, Άγκνες».

– Έθιμα Ταφής, Hannah Kent

Vivian Leigh as Titania in Midsummer Night’s Dream, 1937

Αφού, λοιπόν, παντού οι αληθινοί εραστές βρίσκουν εμπόδια,
θα πει ότι κάποια μοίρα τους το έχει ορίσει.
Γι’ αυτό, ας κάνει κι η δική μας αγάπη υπομονή,
μιας και τα εμπόδια είναι κάτι συνηθισμένο:
του κακομοίρη του έρωτα σύντροφοι πάντα είναι οι στοχασμοί,
τα όνειρα, οι αναστεναγμοί, τα δάκρυα, οι ευχές.

– Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, Ουίλιαμ Σαίξπηρ

La Notte (1961)

I preferred you like this, something no one could take from me because it was mine alone – this image of you that would be everlasting. Beyond your face I saw my own reflection in a vision that was pure and deep. I saw you in a dimension that encompassed all the times of my life, all the years to come, even the years past as I was preparing to meet you. That was the little miracle of this waking moment: To feel for the first time that you were and always would be mine and that this night would go on forever with you beside me, with the warmth of your blood, your thoughts, and your will mixed with mine. At that moment I understood how much I loved you, Lidia, and the intensity of the emotion was such that tears welled up in my eyes. For I felt that this must never end, that all our lives should be like an echo of this dawn… with you not belonging to me but actually a part of me, something breathing within me that nothing could ever destroy except the dull indifference of habit, which is the only threat I see. Then you awoke and with a sleepy smile kissed me, and I felt there was nothing to fear, that we’d always be as we were at that moment, bound by something stronger than time and habit.

 – La Notte (1961)