Out of Africa | Karen Blixen

The Iguana

In the Reserve I have sometimes come upon the iguanas, the big lizards, as they were sunning themselves upon a flat stone in a river-bed. They are not pretty in shape, but nothing can be imagined more beautiful than their colouring. They shine like a heap of precious stones or like a pane cut out of an old church window. When, as you approach, they swish away, there is a flash of azure, green, and purple over the stones; the colour seems to be standing behind them in the air, like a comet’s luminous tail.

– Out of Africa, Karen Blixen

Έθιμα Ταφής | Hannah Kent

«Ξέρεις τι σημαίνει η λακκουβίτσα στη χούφτα; Όποιος την έχει, έχει κάτι μυστήριο. Αυτό το κενό μπορεί να γεμίσει κακοτυχία, αν δεν προσέξουμε. Αν αφήσουμε τον κόσμο και το σκοτάδι του και τη δυστυχία του να γεμίσουν τη λακκουβίτσα».

«Μα πώς μπορεί κανείς να αλλάξει το σχήμα του χεριού του;» γέλασα εγώ.

«Άμα το ακουμπήσει σ’ ένα άλλο χέρι, Άγκνες».

– Έθιμα Ταφής, Hannah Kent

The Weekend | Reading Suggestions

Μέσα στην εβδομάδα πέφτουν στην αντίληψη μου διάφορα ενδιαφέροντα άρθρα σε εφημερίδες, online περιοδικά και blog. Συνήθως τα ανακαλύπτω χάρη σε αναρτήσεις φίλων στο facebook, σε δημοσιεύσεις από διάφορα account στο twitter, σε blog που ακολουθώ και σε podcast που μου κρατάνε συντροφιά όταν κάνω δουλειές στο σπίτι ή όταν οδηγώ. Γι’ αυτό το τελευταίο έχω να ευχαριστήσω την Over The Place που με σύστησε στο εξαιρετικό podcast The High Low – έχω πάθει εμμονή και έχω βαλθεί να ακούσω όλα τα επεισόδια.

Αποφάσισα, λοιπόν, να μοιράζομαι μαζί σας στο τέλος κάθε εβδομάδας μερικά άρθρα που βρήκα ενδιαφέροντα και που ευελπιστώ να γεμίσουν αναγνωστικά το Σαββατοκύριακο σας με έναν ευχάριστο τρόπο. Να προειδοποιήσω ότι διαβάζω κυρίως ξένη αρθρογραφία, οπότε bare with me.

Ένα απ’ τα άρθρα που ξεχωρίζω είναι το Solo απ’ την Garance Doré. Το είχε γράψει πριν ένα χρόνο και μου το θύμισε η εφαρμογή του facebook – on this day. Το άρθρο αυτό με εξέφρασε πάρα πολύ, καθώς πιστεύω ότι το να βγαίνει κανείς μόνος του έξω δε σημαίνει ότι είναι μοναχικός άνθρωπος. Δείχνει απλώς έναν άνθρωπο που είναι ικανός να περνά χρόνο με τον εαυτό του, απολαμβάνει τη σιωπή, και κάνει αυτό που θέλει χωρίς να έχει απαραιτήτως κάποιον να τον συνοδεύει στην κάθε του δραστηριότητα. Πιστεύω ακράδαντα πως όλοι εμείς που απολαμβάνουμε να κάνουμε πράγματα μόνοι μας, όπως να πάμε για έναν καφέ ή να παρακολουθήσουμε μια παράσταση στο θέατρο μόνοι, πρέπει να εκπέμπουμε αυτοπεποίθηση και να μην επιτρέπουμε στις επικρίσεις τους κοινωνικού μας περίγυρου να μας αποτρέπουν απ’ το να απολαμβάνουμε αυτή τη μεγάλη περιπέτεια που είναι η ζωή ακόμη κι αν το κάνουμε χωρίς παρέα.

Solo by Atelier Doré

13 Ungodly Things We’d Like to See at the Catholic-Themed Met Gala by The Cut

On Self-Respect: Joan Didion’s 1961 Essay from the Pages of Vogue by Vogue

The Golden Age of Bailing by The New York Times

The Cunning “American Bitch” Episode of “Girls” by The New Yorker

The Lost Children of Tuam by The New York Times

Halloween χωρίς ουρλιαχτά: 30 ταινίες για φοβιτσιάρηδες από το Popcode

 

Kickass Women | Hedy Lamarr

Hedy Lamarr photographed by Alfred Eisenstaedt for LIFE magazine.

Η Hedy Lamarr γεννήθηκε σαν σήμερα το 1914 στη Βιέννη. Υπήρξε εφευρέτρια και ηθοποιός. Λόγω της εντυπωσιακής της εξωτερικής εμφάνισης, δυσκολεύτηκε πολύ να την αναγνωρίσουν ως ευφυή γυναίκα εκτός από όμορφη. Μάλιστα, το Εθνικό Συμβούλιο των Εφευρετών την απέρριψε προτρέποντας την να χρησιμοποιήσει τη διασημότητα της για να προωθήσει την πώληση πολεμικών ομολόγων.

Μαζί με τον συνθέτη George Antheil εφηύρε και κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μια συσκευή αναπήδησης συχνοτήτων, χάρη στην οποία οι πύραυλοι μπορούσαν να πετούν χωρίς να γίνονται ανιχνεύσιμοι. Αν και η συσκευή δεν πρόλαβε να αξιοποιηθεί κατά τη διάρκεια του β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου καθώς και στην Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962.

Αν το σκεφτείτε, η Hedy Lamarr κατ’ουσίαν συνέβαλε στην ανάπτυξη της τεχνολογίας στην οποία βασίζονται σήμερα συσκευές που χρησιμοποιούν το wifi και το bluetooth.

Hedy Lamarr & James Stewart in Come Live with Me (1941)

Αποφθέγματα που αποδίδονται στη Hedy Lamarr είναι τα ακόλουθα:

Any girl can be glamorous. All you have to do is stand still and look stupid.

Films have a certain place in a certain time period. Technology is forever.

Hedy Lamarr in Ziegfeld Girl (1941)

Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τη Hedy Lamarr σας παραθέτω μερικά άρθρα που μπορείτε να βρείτε ενδιαφέροντα.

Hedy Lamarr: The incredible life of the actress and inventor

Hedy Lamarr, Sultry Star Who Reigned in Hollywood Of 30’s and 40’s, Dies at 86

The Hollywood Starlet You Didn’t Know Was An Inventor

Και κλείνω με το υπέροχο doodle της google που μας είχε υπενθυμίσει τα γενέθλια της το 2015.

 

 

Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson

Στην απομονωμένη από το κοντινό χωριό οικία Μπλάκγουντ ζουν μόνες η Κόνστανς και η μικρότερη αδελφή της η Μέρικατ μαζί με τον άρρωστο γέρο θείο τους Τζούλιαν. Η οικογένειά τους ξεκληρίστηκε από δηλητηρίαση με αρσενικό και για το φονικό κατηγορήθηκε η Κόνστανς. Παρόλο που το κορίτσι αθωώθηκε, ο κόσμος του χωριού δεν αφήνει σε ησυχία τις αδελφές Μπλάκγουντ. Η Μέρικατ, που προσπαθεί με φυλαχτά και ξόρκια να διατηρήσει αδιατάρακτο τον έτσι κι αλλιώς εύθραυστο τρόπο ζωής τους, θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να προστατέψει την εναπομείνασα οικογένειά της όταν καταφθάνει ο ξάδερφος Τσαρλς εξαπολύοντας επίθεση φιλίας στην Κόνστανς, ενώ επιζητά απελπισμένα το περιεχόμενο του θησαυροφυλακίου τους.

review: Διαβάζοντας τις πρώτες αράδες του Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson ένιωσα μια βαθιά ανατριχίλα να διαπερνά τη σπονδυλική μου στύλη.

My name is Mary Katherine Blackwood. I am eighteen years old, and I live with my sister Constance. I have often thought that with any luck at all, I could have been born a werewolf, because the two middle fingers on both my hands are the same length, but I have had to be content with what I had. I dislike washing myself, and dogs, and noise. I like my sister Constance, and Richard Plantagenet, and Amanita phalloides, the death-cup mushroom. Everyone else in our family is dead.

Απ’ την αρχή του βιβλίου, ήταν ξεκάθαρο πως εισερχόμουν σ’ έναν κόσμο αμαρτωλό, διαστροφικό, παράξενο και στοιχειωμένο.  Όσο προχωρούσαν οι σελίδες, ανακάλυπτα τι συνέβη σε αυτό το απομονωμένο σπίτι την μοιραία βραδιά που δηλητηριάστηκε σχεδόν ολόκληρη η οικογένεια Μπλάκγουντ και το αίσθημα της ανησυχίας μου αυξανόταν συνεχώς.

Και όμως, αυτό που με τάραξε περισσότερο δεν ήταν ο δηλητηριασμός της οικογένειας, αλλά το κλειστοφοβικό περιβάλλον που χτίζει η συγγραφέας περιγράφοντας την καθημερινότητα που ζουν οι αδερφές Μέρικατ και Κόνστανς μαζί με τον άρρωστο θείο τους Τζούλιαν. Μια καθημερινότητα που ταράζει η άφιξη του ξάδερφου Τσαρλς – ο ερχομός του οποίου θα λειτουργήσει ως καταλύτης στην πορεία του μυθιστορήματος.

Μια αμοιβαία αντιπάθεια γεννιέται ανάμεσα σ’ εκείνον και την Μέρικατ, την αφηγήτρια. Μεταξύ τους αναπτύσσεται καχυποψία που εκδηλώνεται με μικρές πράξεις μίσους. Μια τέτοια πράξη θα έχει ως αποτέλεσμα να οδηγήσει τους κατοίκους του χωριού στο κατώφλι του σπιτιού των Μπλάκγουντ.

I never turned; it was enough to feel them all there without looking into their flat grey faces with hating eyes. I wish you were all dead, I thought, and longed to say it out loud. Constance said, «Never let them see that you care,» and «If you pay attention they’ll only get worse,» and probably it was true, but I wished they were dead. I would have liked to come into the grocery some morning and see them all, even the Elberts and the children, lying there crying with the pain of dying. I would help myself to groceries, I thought, stepping over their bodies, taking whatever I fancied from the shelves, and go home, with perhaps a kick for Mrs. Donell while she lay there. I was never sorry when I had thoughts like this; I only wished they would come true.

Οι κάτοικοι του χωριού – άνθρωποι που μισούν τους Μπλάκγουντ και τους φέρονται λες και είναι μιαρά πλάσματα. Μίσος, φθόνος και τρόμος είναι τα συναισθήματα τους απέναντι στους εναπομείναντες ενοίκους εκείνου του σπιτιού που βρίσκεται στην άκρη του χωριού. Και όταν θα φτάσουν στο κατώφλι του σπιτιού των Μπλάκγουν, μια μοιραία νύχτα, η κατάσταση θα κλιμακωθεί γρήγορα και οι συνέπειες θα αφήσουν ένα βαθύ αντίκτυπο στις ζωές όλων.

Oh Constance, we are so happy.

Η γραφή της Shirley Jackson είναι πυκνή και δεμένη. Κάθε λέξη μετράει, δεν μπορείς να την προσπεράσεις. Το μυθιστόρημα ανατριχιαστικό, διαστροφικό, σου προκαλεί τρόμο. Τα συναισθήματα εναλλάσονται – αγωνία, φόβος, ασφυξία. Ο κόσμος της αφηγήτριας είναι ένας ιδεοψυχαναγκαστικός κόσμος. Και συ ο αναγνώστης αιχμαλωτίζεσαι μέσα σ’ αυτόν. Αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο επιτυχημένο.


* Δες μερικά απ’ τα εξώφυλλα με τα οποία κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή το βιβλίο.