Ποίηση: Maud | Alfred Tennyson

Παγκόσμια ημέρα Ποίησης σήμερα, σύμφωνα με απόφαση της Unesco το 1999. Μια ημέρα για να θυμηθούμε και να αναγνωρίσουμε τη μοναδική ικανότητα της ποίησης να συλλάβει το δημιουργικό πνεύμα του ανθρώπινου νου. Ένας από τους κύριους στόχους της Ημέρας είναι η υποστήριξη της γλωσσικής πολυμορφίας μέσω της ποιητικής έκφρασης και η παροχή ευκαιριών ακρόασης στις κοινότητες τους. Κάτι πολύ όμορφο που σημειώνει η Unesco στο site της είναι ότι:
Η ποίηση επιβεβαιώνει την κοινή μας ανθρωπιά, αποκαλύπτοντας ότι τα άτομα, παντού στον κόσμο, μοιράζονται τα ίδια ερωτήματα και συναισθήματα. Η ποίηση είναι ο στυλοβάτης της προφορικής παράδοσης και, μέσα σε αιώνες, μπορεί να επικοινωνήσει τις εσωτερικές αξίες διαφορετικών πολιτισμών.
Σήμερα επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας ένα βίντεο απ’ τη σειρά Penny Dreadful, όπου βλέπουμε την ηρωίδα να απαγγέλλει μερικούς στίχους του Alfred Tennyson την ημέρα που ανακοινώνεται ο θάνατος του. Στη συνέχεια, σας παραθέτω και μέρος του ποιήματος Maud, απ’ το οποίο προέρχονται οι στίχοι που απαγγέλλει η Vanessa Ives, aka. η ηθοποιός Eva Green.

Maud (Part XVIII): I have led her Home, my love, my only friend

I have led her home, my love, my only friend,
There is none like her, none.
And never yet so warmly ran my blood
And sweetly, on and on
Calming itself to the long-wished-for end,
Full to the banks, close on the promised good.
None like her, none.
Just now the dry-tongued laurels’ pattering talk
Seem’d her light foot along the garden walk,
And shook my heart to think she comes once more;
But even then I heard her close the door,
The gates of Heaven are closed, and she is gone.
 ♦
There is none like her, none.
Nor will be when our summers have deceased.
O, art thou sighing for Lebanon
In the long breeze that streams to thy delicious East,
Sighing for Lebanon,
Dark cedar, tho’ thy limbs have here increased,
Upon a pastoral slope as fair,
 ♦
And looking to the South, and fed
With honeyed rain and delicate air,
And haunted by the starry head
Of her whose gentle will has changed my fate,
And made my life a perfumed altar-frame;
And over whom thy darkness must have spread
With such delight as theirs of old, thy great
Forefathers of the thornless garden, there
Shadowing the snow-limbed Eve from whom she came.
 ♦
Here will I lie, while these long branches sway,
And you fair stars that crown a happy day
Go in and out as if at merry play,
Who am no more so all forlorn,
As when it seemed far better to be born
To labour and the mattock-hardened hand
Than nursed at ease and brought to understand
A sad astrology, the boundless plan
That makes you tyrants in your iron skies,
Innumerable, pitiless, passionless eyes,
Cold fires, yet with power to burn and brand
His nothingness into man.
 ♦
But now shine on, and what care I,
Who in this stormy gulf have found a pearl
The countercharm of space and hollow sky,
And do accept my madness, and would die
To save from some slight shame one simple girl.
 ♦
Would die; for sullen-seeming Death may give
More life to Love than is or ever was
In our low world, where yet ’tis sweet to live.
Let no one ask me how it came to pass;
It seems that I am happy, that to me
A livelier emerald twinkles in the grass,
A purer sapphire melts into the sea.
 ♦
Not die; but live a life of truest breath,
And teach true life to fight with mortal wrongs.
Oh, why should Love, like men in drinking-songs,
Spice his fair banquet with the dust of death?
 ♦
Make answer, Maud my bliss,
Maud made my Maud by that long loving kiss,
Life of my life, wilt thou not answer this?
“The dusky strand of Death inwoven here
With dear Love’s tie, makes love himself more dear.”
Is that enchanted moan only the swell
Of the long waves that roll in yonder bay?
And hark the clock within, the silver knell
Of twelve sweet hours that past in bridal white,
And die to live, long as my pulses play;
But now by this my love has closed her sight
And given false death her hand, and stol’n away
To dreamful wastes where footless fancies dwell
 ♦
Among the fragments of the golden day.
May nothing there her maiden grace affright!
Dear heart, I feel with thee the drowsy spell.
My bride to be, my evermore delight,
My own heart’s heart, my ownest own, farewell;
It is but for a little space I go:
And ye meanwhile far over moor and fell
Beat to the noiseless music of the night!
Has our whole earth gone nearer to the glow
Of your soft splendour that you look so bright?
I have climbed nearer out of lonely Hell.
Beat, happy stars, timing with things below, 
Beat with my heart more blest than heart can tell. 
Blest, but for some dark undercurrent woe 
That seems to draw—but it shall not be so: 
Let all be well, be well.

 

source: Poetry Foundation 

Ποίηση: The Satin Dress | Dorothy Parker

Grace Kelly @ the 27th Academy Awards (1955)

Κάποιο απόγευμα του Νοέμβρη αποφάσισα να διαβάσω αποσπασματικά απ’ το βιβλίο The Portable Dorothy Parker. Εκεί που ξεφύλλιζα ανέμελα τις σελίδες του βιβλίου έπεσα πάνω στην ποίηση της. Και διαβάζοντας το The Satin Dress το μυαλό μου γέμισε εικόνες απ’ τις υπέροχες τουαλέτες που σχεδίασε την Χρυσή εποχή του Hollywood η Edith Head.

The Satin Dress

Needle, needle, dip and dart,
Thrusting up and down,
Where’s the man could ease a heart
Like a satin gown?

See the stitches curve and crawl
Round the cunning seams-
Patterns thin and sweet and small
As a lady’s dreams.

Wantons go in bright brocade;
Brides in organdie;
Gingham’s for the plighted maid;
Satin’s for the free!

Wool’s to line a miser’s chest;
Crepe’s to calm the old;
Velvet hides an empty breast
Satin’s for the bold!

Lawn is for a bishop’s yoke;
Linen’s for a nun;
Satin is for wiser folk-
Would the dress were done!

Satin glows in candlelight-
Satin’s for the proud!
They will say who watch at night,
«What a fine shroud!»

Ποίηση: Σκόνη | Κική Δημουλά

Cries and Whispers (1972)

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
έτσι που αγωνίζονται
κάθε πρωί να διώχνουν απ’το σπίτι τους τη σκόνη,
σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου.
Σκούπες σκουπάκια
ρουφηχτήρια φτερά τιναχτήρια
ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν
θόρυβοι και τρόποι ακροβάτες,
μαστίγιο πέφτουν οι κινήσεις
πάνω στην κατοικίδια σκόνη.
Κάθε πρωί μπαλκόνια και παράθυρα
ακρωτηριάζουν μια δράση και μιαν έξαψη:
ασώματα κεφάλια χοροπηδάνε σαν γιογιό,
χέρια εξέχουν και σφαδάζουν
σαν κάτι να τα σφάζει από μέσα,
σπασμένα σώματα μισά
που τα πριόνισε το σκύψιμο.
Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου.
Όλο σπάζει αυτό,
πριν καν υπάρξει σπάζει
και σαν να είναι γι ‘αυτόν ακριβώς το σκοπό,
για να μην είναι.
Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος.

Από πού ως πού ολόκληρη
μ’ένα σπασμένο μέτρο πάντα που κρατάτε
και μετράμε;
Αξιολύπητη λέξη το Ολόκληρο.
Σωματώδης αλλοπαρμένη περιφέρεται.
Γι’αυτό τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη.

Τινάγματα τινάγματα
να φύγει η σκόνη απ’τις ρηχές
να φύγει κι από τις βαθιές φωλιές του ύπνου,
σεντόνια και σκεπάσματα.
Κι εκείνες οι φορές
όπου πετάγεται το σώμα τρομαγμένο
νύχτα και ουρλιάζει Θέ μου μικραίνω
θα τιναχθούν κι αυτές σαν σκόνη,
σκόνη ή ελάττωση κι ο τρόμος
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.
Πρησμένα μαξιλάρια του ύπνου
φριχτά γρονθοκοπιούνται και φοβάμαι
τρέμω μη γίνουνε ζημιές:
ειν’ οι κρυστάλλινες διαθήκες των ονείρων εκεί μέσα.
Όλα τα όνειρα όνειρο τα κληρονομεί
και άνθρωπος κανένα.
Τρέμω, τέτοια παγκόσμια αποκλήρωση
δεν το αντέχω να τινάζεται σαν σκόνη.
Χτυπήματα χαλιών
να βγει η σκόνη απ’ των σχεδίων τις φωλιές,
να γκρεμιστεί απ’τα γεφύρια των χρωμάτων.
Κι ο γρήγορος βηματισμός
ο τρελαμένος πέρα δώθε μες στο σπίτι
μες στη ρηχή εμπιστοσύνη των χαλιών
να μην ακούν οι αποκάτω τι βαδίζει
να μην ακούνε τι δεν συμβαδίζει,
θα τιναχθεί κι αυτός σαν σκόνη
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
τον άγονό τους κόπο.
Δεν φεύγει η σκόνη, δεν στερεύει.
Κάθε που πάει ο καιρός καιρό να συναντήσει
καινούρια συμφωνία σκόνης κλείνεται.
Οι προφυλάξεις απ’αυτήν- το Καθαρό
και η Σταθερότης- μέσα επιστροφής της.
Τη φέρνουν πρώτες και καλύτερες.
Δεν έχω δει πιο σκονισμένες επιφάνειες από δαύτες.
Ως και το Φως το πεντακάθαρο
χαρούμενη μεταφορά της σκόνης:
ειν’ ένα θαύμα να τη βλέπεις
πώς προχωρεί ακίνητη πάνω σε ακτίνα ήλιου,
σαν να πατάει σε σκάλα κυλιόμενη
απ’αυτές τις μοντέρνες, τις υπνωτισμένες,
με τα ευνουχισμένα σκαλοπάτια.
Μεταφέρεται
ορατή σαν αέρας χοντρά αλεσμένος
να ξαναμπεί απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
τους ανοιχτούς της νόμους.
Η ύπαρξή μας σπίτι της και μέλλον της.

Ανοικοκύρευτη εγώ, την αφήνω να κάθεται.
Μελετηρή στη ράχη ενός βιβλίου
που μιλάει για το Γήρας.
Στη φρόνιμη φωτογραφία των παιδιών μου
όταν αυτά με φόραγαν
λευκή κολλαριστή ολοστρόγγυλη Μητέρα
χαλαρά από μέσα ραμμένη
με κρυφές αραιές βελονιές
στη σχολική ποδιά τους.
Τώρα ντυθήκανε Μεγάλα τα παιδιά μου,
φοράει η σκόνη την ποδιά τους
τον στρογγυλό γιακά,
με φοράει Μητέρα η σκόνη
έτσι πρέπει να ράβονται
οι σχέσεις και οι εξαρτήσεις,
με αραιές χαλαρές βελονιές,
για να μπορούν να ξηλώνονται εύκολα.
Ποτέ δεν ξεσκονίζω
τον ορειχάλκινο αθλητή
που διακοσμεί μεγάλο ορειχάλκινο ρολόγι.
Τόσο μυώδη τα μέλη του
που μοιάζουν θυμωμένα.
Ίσως γιατί τον αναγκάζουν να γυμνάζει
κάτι πολύ αόρατο,
μπορεί το χρόνο να γυμνάζει,
μπορεί να θέλει ο χρόνος να μπορεί
πιο γρήγορα να τρέχει απ’ όσο τρέχει.
Επίδοση που χαροποιεί τη σκόνη.

Κάθεται στον καθρέφτη μου,
δικός της, της τον χάρισα.
Χέρσο πράμα, τι να το ΄κανα;
Έπαψα να καλλιεργώ τα πρόσωπά μου εκεί μέσα,
δεν έχω όρεξη να οργώνω αλλαγές
και να διπλασιάζομαι αλλιώτικη.
Την αφήνω να κάθεται
την αφήνω να έρχεται
με το τσουβάλι να έρχεται
την αφήνω να χύνεται απάνω μου
σαν αλεσμένη διήγηση μεγάλης ιστορίας,
την αφήνω να έρχεται γρήγορη γρήγορη
σαν χρόνος που γυμνάστηκε
πιο γρήγορα να τρέχει απ’όσο τρέχει
και κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη,
την αφήνω να κάθεται, χρονίζει,
μπατάλα με σκεπάζει, την αφήνω
να με σκεπάζει την αφήνω
με σκεπάζει
να με ξεχνάς την αφήνω
να με ξεχνάς αφήνω
με ξεχνάς
να με ξεχνάς
σε αφήνω
γιατι δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.

Το τελευταίο σώμα μου (1981)