Στο τέλος, το αντίο.

 

Jeux d’ Enfants (2003)

Κάποτε υπήρξε ένα αγόρι. Ήρθε απρόσμενα στη ζωή μου και τη γέμισε χρώματα.

Ήταν έρωτας. Παράφορος και σαρωτικός. Όλα τα πήρε στο πέρασμα του, τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Τα συναισθήματα υπήρξαν έντονα και μαγικά. Άλλα ειπώθηκαν με λέξεις, άλλα με πράξεις κι άλλα έμεινα ανείπωτα.

Δεν μιλάω εύκολα πια για το αγόρι κι όσα συνέβησαν. Υπάρχουν στιγμές που τις έχω κρατήσει για μένα και για εκείνον. Συναισθήματα, εικόνες, λέξεις που τα κρατώ μόνο για μένα.

Διαλύθηκα. Όμως, δεν το μετάνιωσα στιγμή. Επέστρεψα στην Αθήνα κομματάκια δυο. Το σώμα μου εδώ, η καρδιά μου στο Λονδίνο. Σκορπισμένη ανάμεσα σε δύο πόλεις. Η ψυχή μου μετέωρη.

Το όνομά του, η σχέση μας, έγιναν θέματα ταμπού. Δεν μιλούσα για εκείνον και το τί συνέβη μεταξύ μας. Δεν ήθελα να τον μοιραστώ με κανέναν. Ούτε καν έγραφα πια γι’ αυτόν. Δεν τολμούσα.

Η ιστορία μας, όπως την αποτύπωσα στο χαρτί, έμεινε στη μέση. Σκονισμένη σε κάποιο συρτάρι του παρελθόντος μου. Δεν ήθελα να γράφω πια γι’ αυτή.

Όμως, κάτι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Από κείνη την καλοκαιρινή βραδιά με πανσέληνο που παρέα με δυο καλές μου φίλες αρχίσαμε τις εξομολογήσεις, γι’ αυτά που κρύβονται στα βάθη της ψυχής και δεν τ’ αγγίζεις εύκολα.

Άνοιξα το κουτί της Πανδώρας και μίλησα γι’ αυτόν ξανά. Δεν είπα πολλά πράγματα. Μόνο για το πώς αποχωριστήκαμε. Την τελευταία φορά που άγγιξε το πρόσωπό μου, το χέρι μου – που του είπα αντίο.

Σίγουρα έχεις ερωτευτεί κι εσύ τόσο έντονα που η λογική χάνεται, σταματάει να σου κάνει παρέα. Ή τουλάχιστον, έχεις ερωτευτεί κεραυνοβόλα, με την πρώτη ματιά. Και αν δεν σου έχει συμβεί, μη νιώθεις ότι υπολείπεσαι σε κάτι. Συνήθως, ο σαρωτικός έρωτας έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις.

Ο έρωτας είναι στιγμές. Μικρές πεταλούδες στο στομάχι. Ώρες ατέλειωτες που ο ύπνος δεν σε επισκέπτεται και πλήθος σκέψεων τριβελίζουν στο μυαλό σου. Όνειρα που κάνεις για το παρόν και το μέλλον. Μικρά στιχάκια σε διάσπαρτα χαρτιά.

Αναμνήσεις. Εικόνες. Αισθήσεις.

Το χέρι του να σε αγγίζει απαλά στον ώμο καθώς σου τακτοποιεί τη ζακέτα. Τα χέρια σας να πλέκονται και να καταλήγουν σε μια σφιχτή αγκαλιά που δε θες να αποχωριστείς. Οι ψίθυροι στο αφτί, μικρά μυστικά που μοιράζεται μόνο μαζί σου.

Λόγια που πληγώνουν, φωνές και ψέματα. Δάκρυα που μουσκεύουν το μαξιλάρι σου. Μηνύματα δίχως απάντηση. Ξανά σφιχτές αγκαλιές και φιλιά που σου κόβουν την ανάσα. Και πάλι εκρήξεις ζήλιας, θυμού – απογοητεύσεις.

Ένα γαϊτανάκι είναι ο έρωτας. Σε παρασύρει και συ δε λογαριάζεις τίποτε. Αφήνεσαι και δίνεσαι. Σκορπίζεσαι. Κάποιες φορές χάνεις ακόμη και τον εαυτό σου. Δοκιμάζεις τα όρια σου. Περνάς στην σκοτεινή πλευρά του έρωτα – και πάλι στο φως.

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ο έρωτας τους είχε ημερομηνία λήξης. Το κορίτσι έφυγε πρώτο. Το βράδυ του αποχωρισμού τους ήταν έντονο. Λόγια που δεν μπορούσαν να ειπωθούν. Υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να κρατήσουν. Ένα γράμμα που άργησε να φτάσει στον προορισμό του. Ένα χτύπημα του χεριού στην πόρτα. Λίγα δάκρυα, ένα φιλί, ένα γιατί.

Στο τέλος, το αντίο.

#InternationalKissingDay

                                                              American Honey (2016)

Θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι των 18. Τα πρώτα ραντεβού. Βόλτες στα στενά σοκάκια της πόλης, λίγο μετά τη δύση του ηλίου. Ανέμελες συζητήσεις, πλάγιες ματιές, χαμόγελα που λέγανε όσα οι λέξεις δεν μπορούσανε να πουν, φευγαλέα αγγίγματα, παλάμες ιδρωμένες. Και μετά, εκεί στην άκρη του δρόμου, το πρώτο αναπάντεχο φιλί. Αυθόρμητο, λες και από το πουθενά, στο πλάι των χειλιών.

Απόγευμα του Φλεβάρη

Masculin Feminin (Jean Luc-Godard, 1966)
Masculin Feminin (Jean Luc-Godard, 1966)

Είναι απόγευμα Πέμπτης. Μόλις έχω βγει από τον σταθμό του μετρό και σφίγγω το παλτό γύρω απ’ το σώμα μου. Έξω έχει παγωνιά και ο ήλιος ετοιμάζεται να κρυφτεί πίσω απ’ τα τσιμεντένια κτήρια. Ψάχνω τα γάντια μου μες στην τσάντα, αλλά μάταια. Είναι ξεχασμένα πάνω στην ξύλινη κουπαστή του κρεβατιού. Αρχίζω να νιώθω ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού. Αυτές οι άτιμες χιονίστρες πάλι δε με αφήνουν σε ησυχία. Χώνω τα χέρια μου στις φαρδιές τσέπες του παλτού μου και με αποφασιστικό βήμα ξεκινάω για το μικρό εκείνο καφέ που ανακάλυψα μόλις μια εβδομάδα πριν. Είναι χωμένο σε κάτι στενά στους Αμπελόκηπους, πίσω απ’ το συνοικιακό σινεμά.

Καθώς περπατάω στη λεωφόρο Αλεξάνδρας τα μάτια μου κινούνται νευρικά πότε πάνω σε άδεια βλέμματα, πότε πάνω σε εγκαταλελειμμένα κτήρια – εκείνα είναι που απαιτούν την προσοχή μου. Μπροστά στο La Pasteria τα βήματα μου χάνουν τον ρυθμό τους, μου ορίζουν να σταματήσω. Ένα απρόσμενο κύμα νοσταλγίας με τυλίγει. Είναι στιγμιαίο. Δευτερόλεπτα μετά περπατάω ξανά με σκοπό -ναι, να φτάσω σ’ εκείνο το μικρό καφέ. Τα γρανάζια του μυαλού μου δουλεύουν σε πυρετώδης ρυθμούς. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.

Δεν καταλαβαίνω πότε διέσχισα τόσες διαβάσεις, αλλά στέκομαι μπροστά στο μικρό καφέ – μια σταλιά, δέκα τραπέζια όλα κι όλα. Σπρώχνω την πόρτα και η μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ φτάνει στα ρουθούνια μου. Διαλέγω ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο και αρχίζω να ξετυλίγω το κόκκινο πλεκτό κασκόλ μου. Παραγγέλνω έναν espresso και μέχρι να φτάσει βγάζω απ’ την τσάντα μου το βιβλίο που διαβάζω και το σημειωματάριο μου. Παίζω το στυλό ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις που γυρόφερναν στο μυαλό μου σε αυτή τη μικρή διαδρομή, απ’ τον σταθμό του μετρό μέχρι εδώ. Δεν είμαι ποιήτρια, δεν είμαι λογοτέχνης. Απλώς κάποιες στιγμές νιώθω μια απίστευτη ανάγκη να βάλω τις σκέψεις μου πάνω σε μια κόλλα χαρτί, κι ας είναι άναρχες και δίχως συνοχή. Οπότε γράφω, γράφω, γράφω.

Κάποια άδεια κτήρια ερημωμένα και εγκαταλελειμμένα είναι στο μυαλό μου συνδυασμένα με πρόσωπα και αναμνήσεις. Να, σαν και κείνο το ιταλικό εστιατόριο που προσπέρασα σήμερα το απόγευμα. Όταν ήμουν φοιτήτρια το επισκεπτόμουν μαζί με την νονά μου. Είχαμε μικρή ηλικιακή διαφορά και κάναμε πολύ παρέα. Σε κείνη προσέβλεπα για συμβουλές και με κείνη ένιωθα πως μπορούσα να συζητήσω τα πάντα. Δεν μας έδεναν μόνο συγγενικοί δεσμοί, ήταν φιλία πάνω απ’ όλα. Κι όμως, τώρα πια είμαστε σαν ξένες. Απομονώθηκε η μία απ’ την άλλη. Αλλάξαμε και οι δύο. Βρισκόμαστε σπάνια, και αυτό μόνο και μόνο γιατί το επιβάλλουν οι οικογενειακές σχέσεις. Τυπικότητα. Ψυχρότητα. Ψεύτικα χαμόγελα. Κατ’ουσίαν αποξένωση. Η σχέση μας είναι σαν το ερημωμένο κτήριο. Θέλει μόνο ένα χτύπημα για να γίνει συντρίμμια.

Και μετά αρχίζω και θυμάμαι κι άλλες περιπτώσεις τέτοιων κτηρίων. Εκείνο το εμπορικό κέντρο που επισκεπτόμουν σαν παιδί είναι πλέον ένα κτήριο φάντασμα. Το σινεμά που έβγαινα ραντεβού με πρώτο μου αγόρι δεν υπάρχει πια. Το λούνα παρκ που πηγαίναμε παρέα με τους φίλους μου στην εφηβεία μας έχει γίνει αγνώριστο. Γκρέμισαν και τον φούρνο που αγοράζαμε φρέσκο ψωμί κάθε πρωί μαζί με τη γιαγιά μου, όταν η μαμά μου ήταν έγκυος στον μικρό μου αδερφό. Ακόμη και στην πλατεία της τωρινής μου γειτονιάς ξεπετάχτηκε ένα κτήριο έκτρωμα που θέλει να περνιέται για φαρμακείο. Τι υπήρχε πριν στη θέση του δεν θυμάμαι πια.

Και κάπως έτσι συνδέω αυτά τα έρημα κτήρια που κάποιες φορές συναντώ σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας με τη χαμένη μου εφηβεία, τα χαρούμενα παιδικά μου χρόνια, τα ανέμελα φοιτητικά μου χρόνια, το πρώτο μου αγόρι, την νονά μου, τους παιδικούς μου φίλους. Όλα αυτά τα πρόσωπα και οι αναμνήσεις γινήκαν ένα γαϊτανάκι στο μυαλό μου. Και μες σε κείνο το μικρό καφέ άρχισα να γράφω γι’ αυτά στο σημειωματάριο μου.

Ο ζεστός καφές είναι η ιδανική συντροφιά σ’ αυτό το κρύο απόγευμα. Κάθε γουλιά και μια μικρή απόλαυση. Για μια μονάχα στιγμή νιώθω το χρόνο να έχει παγώσει – όπως σε καρέ σε ταινία. Μια ανάσα στο χρόνο για να τακτοποιήσω σκέψεις και συναισθήματα. Αυτό μόνο μου αρκεί για να συνεχίσω τη μέρα μου όπως και πρώτα.

Κλείνω το σημειωματάριο με μια απότομη κίνηση. Οι σελίδες του γέμισαν σκόρπιες λέξεις. Οι σκέψεις χύθηκαν στο χαρτί. Η ψυχή ζυγίζει λιγότερο. Φωνάζω το γκαρσόνι, το πληρώνω και αρχίζω να τυλίγω το κόκκινο πλεκτό κασκόλ γύρω απ’ τον λαιμό μου. Ανοίγω την πόρτα του καφέ και νιώθω τον κρύο αέρα στο πρόσωπο μου. Ο ουρανός σκοτείνιασε. Τα φώτα του δρόμου είναι αναμμένα. Χώνω τα χέρια στις μεγάλες τσέπες του παλτού μου, ανασηκώνω τους ώμους μου και παίρνω βαθιά ανάσα. Ο δρόμος με περιμένει.

Όταν είσαι 18 και μετράς καρδιές

Είσαι 18, στο τέλος της εφηβείας σου. Ερωτεύεσαι εύκολα και καμιά φορά το πρόσωπο που στοιχειώνει τα όνειρά σου μπορεί να μην είναι μόνον ένα. Έχεις μεγάλη καρδιά, αθώα ψυχή. Και ενθουσιάζεσαι με το παραμικρό. Καμιά φορά ενθουσιασμός και έρωτας μπλέκονται.

Μπορεί να γράφεις ημερολόγιο και να γεμίζεις τις σελίδες του με σκιτσάκια, μικρά ποιηματάκια και ατέλειωτες περιγραφές για το πρώτο σας ραντεβού, την πρώτη φορά που σου έπιασε το χέρι, το πρώτο σας φιλί. Τα συναισθήματα εναλλάσσονται. Την μία είσαι ερωτευμένη τρελά, την άλλη μισείς το πρόσωπο που δεν ανταποκρίνεται στα δικά σου όνειρα και θέλω.

Έχεις διαβάσει το βιβλίο ή έχεις δει την ταινία «Το Ημερολόγιο της Bridget Jones» και το ημερολόγιό σου το κάνει εμφανές. Περιγράφεις τη διάθεσή σου με τραγούδια και μικρές κόκκινες καρδιές. Κρατάς memorabilia από το σινεμά, τα δώρα που σου κάνουν, ακόμη κι ένα πέταλο από το τριαντάφυλλο που σου χάρισε ένα βράδυ. Έχεις σελίδες αφιερωμένες στα μηνύματα που σου στέλνει και τα διαβάζεις ξανά και ξανά τα βράδια που τον σκέφτεσαι.

Είσαι 18 κι έχεις διάθεση για ζωή. Δεν ντρέπεσαι γι’ αυτά που νιώθεις. Λες αυτό που σκέφτεσαι χωρίς περιστροφές και δίχως να υπολογίζεις τις συνέπειες. Ονειρεύεσαι, αγωνιάς, κάνεις σχέδια. Αναρωτιέσαι για το τί είναι ενθουσιασμός, έρωτας, αγάπη και πώς μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Δεν ξέρεις τι σε περιμένει στο μέλλον, αλλά δεν σε νοιάζει. Ζεις το τώρα έντονα.

Πλέον έχεις φτάσει στα late 20s ή στα early 30s. Διαβάζεις ξανά τις σελίδες του ημερολογίου σου παρέα με ένα ποτήρι κρασί. Σταδιακά εικόνες σχηματίζονται μπροστά στα μάτια σου. Ένα μικρό χαμόγελο που μεγαλώνει σιγά – σιγά. Νιώθεις μια μικρή ευτυχία που τα έζησες όλα αυτά, ακόμη και τα μικρά, τα ανόητα, τα στενόχωρα. Αισιοδοξείς για το μέλλον. Και σκέφτεσαι: μήπως πρέπει να ξεκινήσω να γράφω ξανά ημερολόγιο;