Ingmar Bergman| Ο Μαγικός Φανός

Πριν από λίγους μήνες είχα την τύχη να διαβάσω ένα βιβλίο που έγραψε ο αγαπημένος μου Σουηδός σκηνοθέτης Ingmar Bergman, το Ο Μαγικός Φανός. Μέσα απ’ αυτήν την αυτοβιογραφία ο Ingmar ξετυλίγει εικόνες από την παιδική του ηλικία, τη ζωή και τη δράση του στο θέατρο και στον κινηματογράφο, τις πολυτάραχες σχέσεις του με τις γυναίκες. Και όλες αυτές τις εμπειρίες του, έτσι όπως μας τις διηγείται, τις αναγνωρίζουμε σε σκηνές απ’ τις ταινίες του. Όλη του η θεώρηση για τη ζωή είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από το κάθε έργο του.

Παρακάτω ακολουθούν μερικά αγαπημένα μου αποσπάσματα απ’ το βιβλίο.

«Ταινία σαν όνειρο, ταινία σαν μουσική. Κανένα είδος Τέχνης δεν περνάει, όπως ο κινηματογράφος, πέρα από την καθημερινότητα της συνείδησης, κατευθείαν στα συναισθήματά μας, βαθιά στον χώρο του λυκόφωτος της ψυχής. Ένας μικρός σπασμός στο οπτικό μας νεύρο, ένα επακόλουθο του σοκ: είκοσι τέσσερα φωτισμένα καρέ το δευτερόλεπτο, ενδιάμεσα σκοτάδι, το οπτικό νεύρο δεν καταγράφει το σκοτάδι. Όταν κάθομαι στο τραπέζι του μοντάζ και περνάω την ταινία καρέ-καρέ έχω πάντα την ίδια μεθυστική αίσθηση μαγείας που είχα και ως παιδί: εκεί μέσα στα σκοτάδια της γκαρνταρόμπας γύριζα αργά τη μανιβέλα και η μία εικόνα ακολουθούσε την άλλη, έβλεπα τις σχεδόν ανεπαίσθητες αλλαγές. Μετά γύριζα πιο γρήγορα: κίνηση!»

«Το καλοκαίρι του 1949 έκλεισα τα τριάντα ένα χρόνια. Στη μέχρι τότε επαγγελματική ζωή μου είχα δουλέψει σκληρά και δίχως ανάπαυλα. Γι’ αυτό και το συναπάντημα μου με το ζεστό φθινοπωρινό Παρίσι απέβη μια εντελώς συγκλονιστική εμπειρία. Ο έρωτας που βρήκε χρόνο και ευκαιρία να αναπτυχθεί ελεύθερα άνοιξε χώρους κλειστούς, έριξε τοίχους, μου επέτρεψε να ανασάνω. Η προδοσία προς την Έλεν και τα παιδιά υπήρχε κάπου μέσα σε μια ομίχλη, μονίμως παρούσα αλλά και παραδόξως διεγερτική. Για μερικούς μήνες ζούσα και ανέπνεα μια παράτολμη σκηνοθεσία που ήταν ανένδοτα αληθινή και, ως εκ τούτου, αναντικατάστατη. Θα αποδεικνυόταν τρομακτικά δαπανηρή όταν ερχόταν ο λογαριασμός.»

«Υπάρχουν κινούμενες εικόνες με ήχο και φως που δεν εγκαταλείπουν ποτέ την ψυχική μηχανή προβολής αλλά επαναλαμβάνονται ατέρμονα σε όλη μας τη ζωή με αναλλοίωτη ευκρίνεια και με αναλλοίωτη, αντικειμενική σαφήνεια. Απομένει μόνο το δικό μας ένστικτο που ακατάπαυστα και ανελέητα κινείται εσωτερικά προς την αλήθεια.»

«Οι δύο γυναίκες συγκρίναν ακόμη τα χέρια τους. Μια μέρα ανακάλυψα πως η μία ήταν βουβή, όπως εγώ. Η άλλη ήταν ομιλητική, σχολαστική και περιποιητική, όπως εγώ. Δεν είχα όρεξη να γράψω κανονικό σενάριο. Οι σκηνές γεννιόνταν με άπειρο κόπο, ήταν σχεδόν αδύνατο να διατυπώσω λέξεις και φράσεις. Οι επαφές ανάμεσα στο μηχανισμό της φαντασίας και στα γρανάζια της υλοποίησης είτε είχαν κοπεί είτε είχαν σοβαρές ζημιές. Ήξερα τι ήθελα να πω, αλλά δεν μπορούσα να το πω.»

«Συνεργάστηκα με τη Χάριετ Άντερσον όλα τα χρόνια. Είναι ένας άνθρωπος με σπάνια δύναμη αλλά και τρωτός, με μια δόση μεγαλοφυούς ταλέντου. Η σχέση της με την κάμερα είναι ντόμπρα και αισθησιακή. Διαθέτει επίσης υπέροχη τεχνική και κινείται αστραπιαία ανάμεσα στην εντονότερη εμπειρία και στη νηφάλια καταγραφή. Το χιούμορ της χαρακτηρίζεται από δριμύτητα αλλά δεν γίνεται ποτέ κυνικό. Είναι ένα αξιαγάπητο άτομο και μία από τις πιο αγαπημένες φίλες μου.»

 

 

 

Το Χρυσό Σημειωματάριο | Ντόρις Λέσινγκ

illustration by Sara Herranz

 

Όταν η Έλλα άρχισε να κάνει έρωτα με τον Πολ, αυτό που επισφράγισε την αγάπη της και έκανε δυνατή τη χρήση αυτής της λέξης, κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων μηνών, ήταν το γεγονός ότι έφτανε αμέσως σε οργασμό. Δηλαδή σε κολπικό οργασμό. Και δεν θα έφτανε ποτέ αν δεν τον αγαπούσε. Είναι ο οργασμός που προκαλείται από την ανάγκη του άντρα για μια συγκεκριμένη γυναίκα και την πίστη του σε αυτή την ανάγκη.

Με τον καιρό, ο Πολ άρχισε να χρησιμοποιεί μηχανικά μέσα. (Βλέπω τη λέξη «μηχανικά» και σκέφτομαι ότι ένας άντρας δεν θα τη χρησιμοποιούσε ποτέ.) Ο Πολ άρχισε να βασίζεται σε εξωτερικά χάδια, να προκαλεί στην Έλλα κλειτοριδικούς οργασμούς. Πολύ διεγερτικό. Παρ’ όλα αυτά, ένα κομμάτι του εαυτού της θύμωνε. Γιατί καταλάβαινε ότι ο λόγος που το επεδίωκε αυτό ο Πολ ήταν η ενστικτώδης επιθυμία του να μην της παραδοθεί. Αισθάνθηκε ότι χωρίς να το ξέρει ή να το συνειδητοποιεί (αν και τελικά μπορεί να το έκανε συνειδητά) φοβόταν το συναίσθημα. Ο κολπικός οργασμός είναι συναίσθημα και τίποτε άλλο, τον νιώθει κανείς σαν συναίσθημα και τον εκφράζει με μια σωματική αίσθηση αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το συναίσθημα. Ο κολπικός οργασμός είναι η διάχυση σε μια αόριστη, σκοτεινή, γενικευμένη αίσθηση, σαν να στροβιλίζεσαι σε μια ζεστή δίνη. Υπάρχουν διάφορα είδη κλειτοριδικών οργασμών και είναι πιο δυνατοί (αυτή είναι αντρική λέξη) από τον κολπικό. Μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες ρίγη, αισθήσεις κτλ., αλλά υπάρχει μόνο ένας πραγματικός γυναικείος οργασμός, ο οργασμός που έχει μια γυναίκα όταν ένας άντρας κάνει έρωτα με όλη του την ανάγκη και την επιθυμία, και απαιτεί απόλυτη ανταπόκριση. Όλα τα άλλα είναι υποκατάστατα και πλαστά, κι ακόμη και η πιο άπειρη γυναίκα τα νιώθει από ένστικτο.

– Ντόρις Λέσινγκ, Το Χρυσό Σημειωματάριο (σελ. 255)

 

Η Ώρα του Αστεριού της Clarice Lispector

Aν ο Κάφκα ήταν γυναίκα. Αν ο Ρίλκε ήταν μία Εβραία-Βραζιλιάνα που γεννήθηκε στην Ουκρανία. Αν ο Ρεμπώ ήταν μητέρα, αν είχε ζήσει μέχρι τα πενήντα. Αν ο Χάιντεγκερ είχε καταφέρει να πάψει να είναι Γερμανός, αν είχε γράψει το Βιβλίο της Γης. Γιατί αναφέρω αυτά τα ονόματα; Για να προσπαθήσω να περιγράψω μια περιοχή. Κάπου εκεί βρίσκεται η περιοχή όπου γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ. Εκεί όπου ανασαίνουν τα πιο απαιτητικά έργα, εκείνη ανοίγει το δρόμο της. Πέραν της κατανόησης, βήμα το βήμα, βουτάει τρέμοντας στο ακατανόητο τρομακτικό βάθος του κόσμου, εκεί όπου το υπερευαίσθητο αυτί τεντώνεται για να συλλάβει ακόμα και τον ήχο των άστρων, ακόμα και την ανεπαίσθητη τριβή των ατόμων, ακόμα και τη σιωπή ανάμεσα σε δύο καρδιοχτύπια. Γυναίκα-φύλακας, νυχτερινό φως του κόσμου. Εκείνη δεν γνωρίζει τίποτα. Δεν διάβασε τους φιλοσόφους. Και παρ’ όλα αυτά κάποιες φορές θα ορκιζόσουν πως τους ακούς να μουρμουρίζουν μέσα στα δάση της. (από το οπισθόφυλλο)

review: Έτσι μας συστήνεται το κύκνειο άσμα της Clarice Lispector και είναι λογικό να νιώσεις ένα δέος απέναντι στο τι πρόκειται να συναντήσεις μόλις ανοίξεις το βιβλίο και ξεκινήσεις να διαβάζεις. Κάπως έτσι ένιωσα κι εγώ. Συνάμα ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλα και μια μικρή αγωνία για το αν θα ήταν μια επιτυχημένη επιλογή.

Το βιβλίο με κέρδισε απ’ την πρώτη στιγμή, πριν ακόμη αρχίσει με την πρώτη του φράση, απ’ την αφιέρωση της συγγραφέως.

«… Αφιερώνομαι στη νοσταλγία της παλιάς μου φτώχειας, τότε που όλα ήταν πιο λιτά και αξιοπρεπή και δεν είχα φάει ποτέ αστακό. Αφιερώνομαι στη θύελλα του Μπετόβεν. Στις δονήσεις των ουδέτερων χρωμάτων του Μπαχ. Στον Σοπέν που μου απαλύνει τα κόκαλα. Στον Στραβίνσκι που με σάστισε και που μαζί του πέταξα μες στη φωτιά. Στο Θάνατος και Μεταμόρφωση, όπου ο Ρίχαρντ Στράους μου αποκαλύπτει ένα πεπρωμένο; Πάνω απ’ όλα αφιερώνομαι στις παραμονές του σήμερα και στο σήμερα, στο διάφανο πέπλο του Ντεμπυσσύ, στον Μάρλος Νόμπρε, στον Προκόπιεφ, στον Καρλ Όρφ, στον Σαίνμπεργκ, στους δωδεκαφθογγικούς, στις διάτορες κραυγές των ηλεκτρονικών – σε όλους αυτούς που άγγιξαν μέσα μου περιοχές τρομακτικά απρόσμενες, όλους αυτούς τους προφήτες του παρόντος που μου προφήτεψαν τον ίδιο μου τον εαυτό σε σημείο να εκρήγνυμαι τώρα αμέσως σε εγώ…»

Και μετά ήρθαν οι πρώτες προτάσεις «Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή.» και παραδόθηκα αμαχητί. Πόσο όμορφα κατορθώνει με μια απλή εικόνα να περιγράψει τον έρωτα λέγοντας «…τα μάτια τους είχαν φιληθεί.»

Μοντέρνα γραφή. Καταιγισμός ιδεών. Φιλοσοφικές αναζητήσεις. Πραγματεία πάνω στη συγγραφή. Λεπτό χιούμορ. Εξομολογητική διάθεση. Όλα αυτά είναι το Η ώρα του Αστεριού της Clarice Lispector.

Η ανάγνωσή του είναι εμπειρία.

quotes: «Έτσι λοιπόν, την επόμενη, όταν οι τέσσερις κατάκοπες Μαρίες έφυγαν για δουλειά, είχε για πρώτη φορά στη ζωή της ό,τι πιο πολύτιμο: τη μοναξιά. Ένα δωμάτιο μόνο για εκείνη. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ολόκληρος ο χώρος ήταν στη διάθεσή της. Και δεν ακουγόταν λέξη. Χόρεψε λοιπόν σε μια πράξη απόλυτου θάρρους, καθώς η θεία δεν μπορούσε να την ακούσει. Χόρευε και στροβιλιζόταν γιατί μένοντας μόνη γινόταν: ε-λ-εύ-θ-ε-ρ-η! Χαιρόταν τα πάντα, τη σκληρά κερδισμένη μοναξιά, το ραδιόφωνο που έπαιζε στο τέρμα, το αχανές του δωματίου δίχως Μαρίες.»

«Το Una furtiva lacrima υπήρξε το μοναδικό θεσπέσιο πράγμα στη ζωή της. (…) Πιστεύω όμως πως έκλαιγε και επειδή, μέσω της μουσικής, μάντευε ίσως πως υπήρχαν άλλοι τρόποι να αισθάνεσαι, πιο λεπτεπίλεπτες υπάρξεις, μέχρι και με κάποια πολυτέλεια ψυχής.»

Οι Προσκεκλημένοι του Pierre Assouline

Καλώς ήρθατε στον μικρόκοσμο της οδού Λα Καζ, στην καρδιά του αριστοκρατικού έβδομου διαμερίσματος του Παρισιού. Απόψε η κυρία Ντυ Βιβιέ παραθέτει δείπνο σε μέλη της «καλής» παρισινής κοινωνίας. Παρόλο που η οικοδέσποινα δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, γύρω από το τραπέζι θα βρεθούν, τελικά, δεκατρείς συνδαιτυμόνες: καταστροφή, για τους προληπτικούς! Η λύση που δίνεται είναι να παρακαθήσει ως δέκατη τέταρτη προσκεκλημένη η υπηρέτρια του σπιτιού, η αραβικής καταγωγής Σόνια ή Ουμελκχεΐρ, όπως αποκαλύπτει ότι είναι το πραγματικό της όνομα. Κι αυτή δεν θα είναι η μοναδική αποκάλυψη της βραδιάς…

Ο Assouline παρακολουθεί με βλέμμα διεισδυτικό τους ήρωές του, εκθέτει τις προκαταλήψεις και την επιτήδευση, την έπαρση και τη δολιότητά τους, ακόμα και τη βαναυσότητα που κρύβεται πίσω από την κοσμική πόζα και την απατηλά γοητευτική εικόνα τους. Εδώ, λοιπόν, η κρυφή γοητεία της
μπουρζουαζίας, τα ιδιωτικά βίτσια πίσω από τις δημόσιες αρετές!

Καλλιεργώντας με επιμονή τη λέξη, ο Assouline σχεδιάζει το ήθος προσώπων που αγωνιούν για την όψη και μας δίνει μια απολαυστική πινακοθήκη πορτρέτων, γεμάτη αποχρώσεις. Η ειρωνεία του έχει λεπτότητα, ο λόγος του είναι εκλεπτυσμένος, με κομψότητα και χιούμορ: ο Pierre Assouline είναι συγγραφέας με ασυμβίβαστο γούστο.

review: Ο Pierre Assouline μέσα από το μυθιστόρημά του «Οι προσκεκλημένοι», σε εξαιρετική μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη, μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στη ζωή των μελών της σύγχρονης παρισινής μπουρζουαζίας. Μέσα από τις συζητήσεις που γίνονται μεταξύ των συνδαιτημόνων κατά τη διάρκεια του δείπνου, αναδεικνύονται ζητήματα όπως είναι η κοινωνική υποκρισία, η σημασία που δίνουμε στο «φαίνεσθαι» και όχι στο «γίγνεσθαι», ο ρατσισμός – αντισημιτισμός και μεταναστευτικό ζήτημα. Η λεπτή ειρωνία του λόγου του συγγραφέα καθιστούν το βιβλίο του ένα άκρως ενδιαφέρον και ευχάριστο ανάγνωσμα, ενώ οι ανατροπές δε σε αφήνουν να το αφήσεις από τα χέρια σου. Πρόκειται για μία εξαιρετική κωμωδία ηθών και χαρακτήρων| σάτιρα που θα μπορούσα άνετα να φανταστώ να μεταφέρεται στο θεατρικό σανίδι ή στη μεγάλη οθόνη (κυρίως επηρεασμένη από την πρόσφατη γαλλική ταινία «Le prénom»).

quotes: “Πολλοί άνθρωποι προσπάθησαν να διαφύγουν από τους Γερμανούς την περίοδο του πολέμου. Εκείνοι που πιάστηκαν δεν έτρεχαν αρκετά γρήγορα· τους εμπόδιζε το βάρος από τις βαλίτσες τους. Εκείνοι που διέφυγαν είχαν φροντίσει να τις ξεφορτωθούν (…) Όταν κάποιος αποφασίζει να φύγει, πρέπει να πάρει μαζί του μόνο τον εαυτό του.”

“Ξεχωριστά ο καθένας τους είναι άνθρωπος με ποιότητα… Ναι, σχεδόν όλοι, σας βεβαιώνω. Μα όταν είναι μαζί, μερικές φορές δεν τρώγονται. Άντε να το εξηγήσεις αυτό! Πάνω από δύο, η κοινωνική ζωή γίνεται ένας ανταγωνισμός του εγώ, όπου η πλειοδοσία αποκαλύπτει ό,τι πιο άσχημο έχει η ψυχή.”