Simone de Beauvoir | She Came to Stay (II)

Last Year at Marienbad | dir. Alain Resnais (1961)

‘It always interests me,’ said Pierre with astonishment.

‘But you never ask me questions spontaneously.’

‘I feel that as soon as you have something to say, you say it to me,’ said Pierre.

He stared at her a little uneasily.

‘When did it happen?’

‘What?’ said Françoise.

‘That I didn’t ask question?’

‘Several times recently,’ said Françoise with a little laugh. You looked as if you were thinking of somthing else.’

She hesitated, doubtful. Confronted with Pierre’s trust, she was ashamed. Every time she had kept silence with regard to him she had prepared an ambush into which he had quietly fallen. He did not suspect that she had been laying traps for him. Wasn’t she the one who had changed? Wasn’t it she who was lying when she spoke of blissful love, of happiness, of jealousy overcome? Her words, her behaviour no longer corresponded fully to her deeper feelings. And he continued to believe her. Was that faith or indifference?

– Simone de Beauvoir, She Came to Stay

 

Jean-Michel Guenassia | Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων (I)

Francoise Hardy

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, από καμιά δεκαριά γραμμές το καθένα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις τον χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός.

– Jean-Michel Guenassia, Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων

Chimamanda Ngozi Adichie | Americanah (I)

Depression was what happened to Americans, with their self-absolving need to turn everything into an illness. She was not suffering from depression, she was merely a little tired and a little slow. «I don’t have depression,» she said. Years later, she would blog about this: «On the Subject of Non-American Blacks Suffering from Illnesses Whose Names They Refuse to Know.» A Congolese woman wrote a long comment in response: She had moved to Virginia from Kinshasa and, months into her first semester of college, begun to feel dizzy in the morning, her heart pounding as though in flight from her, her stomach fraught with nausea, her fingers tingling. She went to see a doctor. And even though she checked «yes» to all the symptoms on the card the doctor gave her, she refused to accept the diagnosis of panic attacks because panic attacks happened only to Americans. Nobody in Kinshasa had panic attacks. It was not even that it was called by another name, it was simply not called at all. Did things begin to exist only when they were named?

– Americanah, Chimamanda Ngozi Adichie

Άμος Οζ | Ιστορία Αγάπης και Σκότους (ΙΙ)

… η μαμά μου είπε ότι πράγματι τα βιβλία μπορεί να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου, τουλάχιστον όσο οι άνθρωποι αλλάζουν με το χρόνο, η διαφορά όμως είναι ότι οι άνθρωποι, σχεδόν όλοι, τελικά θα σ’ αφήσουν μόνο σου όταν έρθει η μέρα που δεν θα αποκομίζουν πια από σένα καμιά ωφέλεια ή ευχαρίστηση ή ενδιαφέρον ή τουλάχιστον κάποιο ωραίο συναίσθημα, ενώ τα βιβλία δεν πρόκειται να σε εγκαταλείψουν ποτέ. Εσύ σίγουρα θα τα εγκαταλείπεις πού και πού, και μερικά από αυτά μάλιστα μπορεί  να τα εγκαταλείψεις για πολλά χρόνια ή και για πάντα. Αυτά όμως, τα βιβλία, ακόμα και αν τα προδώσεις, αυτά ποτέ δεν θα σου γυρίζουν την πλάτη: με απόλυτη σιωπή και σεμνότητα θα σε περιμένουν στο ράφι. Θα περιμένουν και δεκάδες χρόνια χωρίς να παραπονεθούν. Μέχρι που κάποια νύχτα, που θα χρειαστείς ξαφνικά ένα από αυτά, ακόμα και στις τρεις το πρωί, ακόμα και αν πρόκειται για βιβλίο που το παράτησες και το έσβησες από μέσα σου για πολλά χρόνια, εκείνο δεν θα σε απογοητεύσει, αλλά θα κατέβει από το ράφι και θα έρθει να σου κάνει συντροφιά οποιαδήποτε δύσκολη στιγμή. Δεν θα κάνει υπολογισμούς ούτε θα αρχίσει να σου βρίσκει δικαιολογίες και να αναρωτιέται αν το συμφέρει ή αν το αξίζεις ή αν του ταιριάζεις, αλλά θα έρθει αμέσως μόλις του το ζητήσεις. Ποτέ δεν θα σε προδώσει.

– Ιστορία Αγάπης και Σκότους, Άμος Οζ

Άμος Οζ | Ιστορία Αγάπης και Σκότους (Ι)

Audrey Hepburn

Για το λόγο αυτόν ο πατέρας μου δανείστηκε μερικές λίρες από τους γονείς του, ανέλαβε να φροντίσει μόνος το παιδί και το σπίτι, και η μητέρα μου, πράγματι ταξίδεψε μόνη να αναπαυτεί στην πανσιόν στην Άρζα. Όμως κι εκεί δεν έπαψε να διαβάζει. Αντίθετα, διάβαζε σχεδόν πρωί και βράδυ, από το πρωί ως το βράδυ: καθόταν σε μια σεζλόνγκ στο δασύλλιο των πεύκων στην πλαγιά του βουνού και διάβαζε, και τη νύχτα διάβαζε στο φωτισμένο μπαλκόνι την ώρα που οι άλλοι παραθεριστές χόρευαν ή έπαιζαν χαρτιά ή συμμετείχαν σε άλλες δραστηριότητες. Και τις νύχτες κατέβαινε στη μικρή αίθουσα δίπλα στο γραφείο και καθόταν εκεί στην άκρη του πάγκου και διάβαζε στη σιωπή τις περισσότερες ώρες της νύχτας, για να μην ταράξει την ηρεμία της συγκατοίκου της στο δωμάτιο: διάβαζε Μοπασάν και Τσέχοφ, διάβαζε Τολστόι και Γκνέσιν και Μπαλζάκ και Φλομπέρ και Ντίκενς και Σαμισό και Τόμας Μαν και Ιβασκιέβιτς και Κνουτ Χάμσουν και Κλάιστ και Μοράβια και Έρμαν Έσσε και Μοριάκ και Αγκνόν και Τουργκένιεφ και Σόμερσετ Μομ και Στέφαν Τσβάιχ και Αλμπέρτο Μοράβια, σχεδόν δεν σήκωνε τα μάτια της από τις σελίδες του βιβλίου όλες τις μέρες της ανάπαυσής της. Και όταν επέστρεψε σπίτι στην Ιερουσαλήμ έδειχνε κουρασμένη, χλομή, κάτω από τα μάτια της είχαν εμφανιστεί σκούρες σκιές, λες και όλα τα βράδια εκεί ξεσάλωνε. Όταν τη ρωτήσαμε ο μπαμπάς και εγώ να μας πει αν πέρασε καλά στην εξοχή χαμογέλασε και μας απάντησε: «Ούτε πέρασε από το μυαλό μου».

– Ιστορία Αγάπης και Σκότους, Άμος Οζ