Οι Συνταγές της Κυρίας Μπήτον και οι Άγγλοι Συγγραφείς | Τσάι

Αυτή την εβδομάδα νιώθω ότι ο καιρός ψύχρανε απότομα. Όπως γράφει και ο Γιώργος Σεφέρης στο ημερολόγιο του, το οποίο ξεκίνησα χθες να διαβάζω, «Εδώ δεν υπάρχει φθινόπωρο, όπως δεν υπάρχει λυκόφως. Το κρύο, το σκοτάδι πέφτουν μονομιάς, σαν από μηχανής». Το βράδυ, όταν επιστρέφω σπίτι μετά από μια μεγάλη μέρα, θέλω οπωσδήποτε να πιω μια κούπα ζεστό τσάι. Αποφάσισα, λοιπόν, να μοιραστώ μαζί σας μια συνταγή για το πώς ετοιμάζει κανείς σωστά το τσάι, την οποία διάβασα τυχαία σε ένα βιβλίο που βρήκα στα ράφια του Petit Fleur, στο Κολωνάκι.

Τσάι

Για να φτιάξουμε ένα καλό τσάι το νερό πρέπει να βράζει, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να βάλουμε νερό που έχει βράσει για πολλή ώρα ή που έχει ξαναζεσταθεί.

Ρίχνουμε το τσάι τη στιγμή που το νερό αρχίζει να βράζει.

Το μαλακό νερό κάνει το καλύτερο τσάι.

Αφού όμως είναι δύσκολο να βρούμε στην περιοχή μας το κατάλληλο νερό για τσάι, είναι προτιμότερο να διαλέξουμε μια ποικιλία τσαγιού που να ταιριάζει με το νερό που έχουμε.

Είναι καλύτερα να βάζουμε το τσάι σε πήλινη ή πορσελάνινη τσαγιέρα παρά σε μεταλλική.

Πρώτα πλένουμε την τσαγιέρα με καυτό νερό και μετά τη γεμίζουμε με το τσάι.

Ένα κουταλάκι του γλυκού είναι αρκετό για δύο φλιτζάνια τσάι.

Αφήνουμε το τσάι να σταθεί για 3′ – 4′ πριν το σερβίρουμε, για να βγάλει το λεπτό του άρωμα.

Το γάλα που σερβίρουμε μαζί με το τσάι πρέπει να είναι πάντοτε ζεστό.

Παυλίνα Μάρβιν | Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου

«Μάθε με να χωρίζω»

Σε μια λακκούβα βρόχινη συνάντησα ένα γάντι κρεοπώλη. Τα ρέματα το γέμιζαν με λάσπη και νερό. Κουνούσε τρία δάχτυλα σπασμένα, και ο καρπός χανόταν στη λακκούβα νευρικός. Το θαύμασα. Έστεκα ώρα και το κοίταζα, θαύμασα την επιμονή του και το θάρρος να με χαιρετά χωρίς σταματημό · ακόμα κι όταν πια πολύ απομακρυνόμουν, γύρισα πίσω αιφνίδια για να το ξαναδώ: Με χαιρετούσε ακόμη.

Περπάτησα βρεγμένη μες στην πόλη, για να σε βρω και να σ’ το πω. Πώς βρήκα ένα γάντι πλαστικό, που ξέρει ν’ αποχαιρετά καλύτερα απ’ το χέρι που έλαχε σ’ εμένα και σ’ εσένα.

– Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου, Παυλίνα Μάρβιν

Sarah Bakewell | Στο καφέ των υπαρξιστών: ελευθερία, ύπαρξη και κοκτέιλ βερίκοκο (II)

 

Patti Smith | M Train (II)

Το καφέ ‘Ino φαινόταν άδειο. Από την άκρη του πορτοκαλί στεγάστρου της εισόδου κρέμονταν μικροί σταλακτίτες. Κάθισα στο τραπέζι μου, έφαγα το μαύρο ψωμί μου με το ελαιόλαδο και άνοιξα τον Πρώτο Άνθρωπο του Καμί. Το είχα διαβάσει λίγο καιρό πριν, αλλά ήμουν τόσο απορροφημένη, που δεν συγκράτησα τίποτα. Αυτό το βιβλίο ήταν το ασυνεχές, ισόβιο αίνιγμα. Στις αρχές της εφηβείας μου καθόμουν και διάβαζα για ώρες σε ένα μικρό αλσάκι με θάμνους κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές του Τζέρμανταουν. Όπως ο Γκάμπι, βυθιζόμουν σε ένα βιβλίο με όλο μου το είναι και μερικές φορές έφτανα τόσο βαθιά, που ένιωθα πως ζούσα μέσα του. Τελείωσα πολλά βιβλία με τέτοιο τρόπο εκεί, κλείνοντας εκστατικά τα εξώφυλλα, αλλά μέχρι να γυρίσω στο σπίτι δεν είχα συγκρατήσει τίποτα απ’ το περιεχόμενο. Αυτό με ενοχλούσε, αλλά κρατούσα μυστική αυτή την παράξενη αδυναμία. Κοιτάζω τα εξώφυλλα τέτοιων βιβλίων και το περιεχόμενό τους παραμένει ένα μυστήριο που αδυνατώ να το λύσω. Υπάρχουν μερικά βιβλία που αγάπησα και έζησα μέσα τους, αλλά δεν μπορώ να τα θυμηθώ.

– M Train, Patti Smith

Ali Smith | Autumn (II)