Άντζη Σαλταμπάση | Μπερλίν

Εκείνη την ημέρα περπατούσα στην οδό Απόστελ Πάουλους και ρουφούσα τον ήλιο που έπεφτε σχεδόν κάθετα στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο. Κοντοστεκόμουν στις εισόδους των σπιτιών και διάβαζα τα ονόματα στα κουδούνια, μια συνήθεια που απέκτησα, ποιος ξέρει γιατί, στο Βερολίνο. Και ξαφνικά είδα μια επιγραφή, μια μεγάλη άσπρη επιγραφή: «Στους 28 γείτονες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά που έμεναν σε αυτό το σπίτι και εκτοπίστηκαν ή δολοφονήθηκαν από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς». Πλησίασα την εξώπορτα, έβαλα τα χέρια μου σαν παρωπίδες δεξιά και αριστερά από τα μάτια μου και προσπάθησα να δω την είσοδο της πολυκατοικίας μέσα από τα τζαμάκια της πόρτας και εκεί κρεμόταν άλλη μια μεγάλη πλάκα με ονόματα και ημερομηνίες.

Karl Biedermann’s 1996 bronze sculpture, Der verlassene Raum (The Deserted Room) in Koppenplatz.

Όλα είχαν ξεκινήσει όταν το ζευγάρι του πρώτου ορόφου επισκέφτηκε μια έκθεση στο Δημαρχείο του Σένεμπεργκ για τους Εβραίους του Βερολίνου, με τίτλο «Ήμασταν γείτονες». Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, έκαναν μια ανακάλυψη. Δύο παιδιά πόζαραν σε ένα μπαλκόνι, γέρνοντας με την πλάτη πάνω στα κάγκελα. Αυτός που είχε βγάλει τη φωτογραφία στεκόταν μέσα στο σπίτι κι έτσι είχε φωτογραφίσει και το απέναντι κτήριο. Το ζευγάρι κοιτούσε επίμονα τη φωτογραφία, έκανε τον γύρο της έκθεσης και επέστρεφε ξανά μπροστά της, χωρίς στην αρχή να αντιλαμβάνεται το γιατί, μέχρι που κατάλαβαν ότι το κτήριο και η θέα πίσω από τα δύο παιδιά ήταν η εικόνα που έβλεπαν κάθε πρωί από το μπαλκόνι του σπιτιού τους κι αυτή η φοβερή ανακάλυψη, ότι αυτά τα δύο άγνωστα παιδιά έμεναν κάποτε στο διαμέρισμά τους, τους χτύπησε σαν κεραυνός και ξαφνικά η φράση «ήμασταν γείτονες» έγινε αφόρητα προσωπική, γιατί δεν ήταν απλώς παλιοί τους γείτονες, δεν έμεναν κάποτε κάπου εκεί κοντά, όχι, είχαν μείνει στο ίδιο σπίτι που ζούσαν κι αυτοί τώρα, είχαν ζήσει στα ίδια δωμάτια, είχαν σταθεί στο ίδιο μπαλκονάκι και είχαν κοιτάξει από κει τον ουρανό και τον δρόμο και τους περαστικούς. Και μια από τις επόμενες μέρες, ύστερα από έντονες συζητήσεις και πολλές εικασίες, κάλεσαν τους υπόλοιπους ενοίκους της πολυκατοικίας, όλοι τους ιδιοκτήτες, σε συνέλευση κι εκεί τους διηγήθηκαν τι είχε συμβεί, και άρχισαν να θέτουν ερωτήματα, ποιοι έμεναν στα σπίτια τους τότε, ποια ήταν τα ονόματά τους, σε ποια στρατόπεδα μεταφέρθηκαν, επέζησαν άραγε, και στο τέλος της δύσκολης αυτής συζήτησης, σχεδόν όλοι αποφάσισαν ότι η πολυκατοικία θα έκανε έρευνα και θα δώσει απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω και ότι η φράση «ήμασταν γείτονες» δεν θα είναι απλώς και μόνο ένας ξερός τίτλος μιας ακόμα έκθεσης, αλλά ότι μια χούφτα Γερμανοί, δεκαετίες μετά το έγκλημα, θα δώσουν σ’ αυτό τον τίτλο το φιλί της ζωής, θα φυσήξουν αέρα μέσα στα χείλη του και θα τον ζωντανέψουν. Και το έκαναν, όπως μόνο οι Γερμανοί μπορούν, όταν είναι καμωμένοι από αυτή την υπέροχη γερμανική πάστα, κι έφτιαξαν ένα μικρό ταμείο χρόνου και χρήματος και ο καθένας πρόσφερε ό,τι μπορούσε κι άρχισαν να ξημεροβραδιάζονται σε αρχεία, να πληρώνουν συνδρομές, να στοιβάζουν στοιχεία, να τηλεφωνούν στα πέρατα του κόσμου, σε συγγενείς εκτοπισμένων, να τους καλούν να έρθουν από την Αυστραλία, την Αμερική, το Ισραήλ για να τους σφίξουν το χέρι και στο τέλος τα κατάφεραν και συνεχίζουν να τα καταφέρνουν, γιατί η έρευνά τους συνεχίζεται.

– Άντζη Σαλταμπάση, Μπερλίν (σελ. 36-41)

One thought on “Άντζη Σαλταμπάση | Μπερλίν”

Προς Συζήτηση...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.