Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson

Στην απομονωμένη από το κοντινό χωριό οικία Μπλάκγουντ ζουν μόνες η Κόνστανς και η μικρότερη αδελφή της η Μέρικατ μαζί με τον άρρωστο γέρο θείο τους Τζούλιαν. Η οικογένειά τους ξεκληρίστηκε από δηλητηρίαση με αρσενικό και για το φονικό κατηγορήθηκε η Κόνστανς. Παρόλο που το κορίτσι αθωώθηκε, ο κόσμος του χωριού δεν αφήνει σε ησυχία τις αδελφές Μπλάκγουντ. Η Μέρικατ, που προσπαθεί με φυλαχτά και ξόρκια να διατηρήσει αδιατάρακτο τον έτσι κι αλλιώς εύθραυστο τρόπο ζωής τους, θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να προστατέψει την εναπομείνασα οικογένειά της όταν καταφθάνει ο ξάδερφος Τσαρλς εξαπολύοντας επίθεση φιλίας στην Κόνστανς, ενώ επιζητά απελπισμένα το περιεχόμενο του θησαυροφυλακίου τους.

review: Διαβάζοντας τις πρώτες αράδες του Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson ένιωσα μια βαθιά ανατριχίλα να διαπερνά τη σπονδυλική μου στύλη.

My name is Mary Katherine Blackwood. I am eighteen years old, and I live with my sister Constance. I have often thought that with any luck at all, I could have been born a werewolf, because the two middle fingers on both my hands are the same length, but I have had to be content with what I had. I dislike washing myself, and dogs, and noise. I like my sister Constance, and Richard Plantagenet, and Amanita phalloides, the death-cup mushroom. Everyone else in our family is dead.

Απ’ την αρχή του βιβλίου, ήταν ξεκάθαρο πως εισερχόμουν σ’ έναν κόσμο αμαρτωλό, διαστροφικό, παράξενο και στοιχειωμένο.  Όσο προχωρούσαν οι σελίδες, ανακάλυπτα τι συνέβη σε αυτό το απομονωμένο σπίτι την μοιραία βραδιά που δηλητηριάστηκε σχεδόν ολόκληρη η οικογένεια Μπλάκγουντ και το αίσθημα της ανησυχίας μου αυξανόταν συνεχώς.

Και όμως, αυτό που με τάραξε περισσότερο δεν ήταν ο δηλητηριασμός της οικογένειας, αλλά το κλειστοφοβικό περιβάλλον που χτίζει η συγγραφέας περιγράφοντας την καθημερινότητα που ζουν οι αδερφές Μέρικατ και Κόνστανς μαζί με τον άρρωστο θείο τους Τζούλιαν. Μια καθημερινότητα που ταράζει η άφιξη του ξάδερφου Τσαρλς – ο ερχομός του οποίου θα λειτουργήσει ως καταλύτης στην πορεία του μυθιστορήματος.

Μια αμοιβαία αντιπάθεια γεννιέται ανάμεσα σ’ εκείνον και την Μέρικατ, την αφηγήτρια. Μεταξύ τους αναπτύσσεται καχυποψία που εκδηλώνεται με μικρές πράξεις μίσους. Μια τέτοια πράξη θα έχει ως αποτέλεσμα να οδηγήσει τους κατοίκους του χωριού στο κατώφλι του σπιτιού των Μπλάκγουντ.

I never turned; it was enough to feel them all there without looking into their flat grey faces with hating eyes. I wish you were all dead, I thought, and longed to say it out loud. Constance said, «Never let them see that you care,» and «If you pay attention they’ll only get worse,» and probably it was true, but I wished they were dead. I would have liked to come into the grocery some morning and see them all, even the Elberts and the children, lying there crying with the pain of dying. I would help myself to groceries, I thought, stepping over their bodies, taking whatever I fancied from the shelves, and go home, with perhaps a kick for Mrs. Donell while she lay there. I was never sorry when I had thoughts like this; I only wished they would come true.

Οι κάτοικοι του χωριού – άνθρωποι που μισούν τους Μπλάκγουντ και τους φέρονται λες και είναι μιαρά πλάσματα. Μίσος, φθόνος και τρόμος είναι τα συναισθήματα τους απέναντι στους εναπομείναντες ενοίκους εκείνου του σπιτιού που βρίσκεται στην άκρη του χωριού. Και όταν θα φτάσουν στο κατώφλι του σπιτιού των Μπλάκγουν, μια μοιραία νύχτα, η κατάσταση θα κλιμακωθεί γρήγορα και οι συνέπειες θα αφήσουν ένα βαθύ αντίκτυπο στις ζωές όλων.

Oh Constance, we are so happy.

Η γραφή της Shirley Jackson είναι πυκνή και δεμένη. Κάθε λέξη μετράει, δεν μπορείς να την προσπεράσεις. Το μυθιστόρημα ανατριχιαστικό, διαστροφικό, σου προκαλεί τρόμο. Τα συναισθήματα εναλλάσονται – αγωνία, φόβος, ασφυξία. Ο κόσμος της αφηγήτριας είναι ένας ιδεοψυχαναγκαστικός κόσμος. Και συ ο αναγνώστης αιχμαλωτίζεσαι μέσα σ’ αυτόν. Αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο επιτυχημένο.


* Δες μερικά απ’ τα εξώφυλλα με τα οποία κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή το βιβλίο.

3 σκέψεις σχετικά με το “Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο της Shirley Jackson”

    1. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω διαβάσει βιβλία τρόμου. Το μόνο που μου ήρθε αυτομάτως στο μυαλό με το που διάβασα την ερώτηση σου είναι το Frankenstein της Mary Shelley – ένα βιβλίο που δεν περίμενα να μου αρέσει τόσο και με εξέπληξε ευχάριστα. Αμέσως μετά σκέφτηκα κάποια βιβλία που μπορούμε να τα εντάξουμε στο είδος Gothic horror. Εκεί οι προτάσεις μου είναι το The Woman in White του Wilkie Collins, η Rebecca της Daphne du Maurier και το The Picture of Dorian Gray του Oscar Wilde. Από εκεί και πέρα θα ήθελα να διαβάσω (a) κι άλλη Shirley Jackson, (b) το Dracula του Bram Stoker, και (c) το Wuthering Heights της Emily Bronte (το είχα διαβάσει σε πιο απλή έκδοση όταν ήμουν μαθήτρια).

      Αρέσει σε 1 άτομο

Προς Συζήτηση...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.