Το βαλς των δέντρων και του ουρανού | Jean-Michel Guenassia

Του έδωσα την ομπρέλα. Τελικά, ο πίνακας ήταν ο μόνος που χώρεσε από κάτω και γλίτωσε τη νεροποντή. Το νερό κυλούσε στο πρόσωπό μου. Το μαύρο σατέν καπέλο μου δεν ήταν αδιάβροχο, και τα μαλλιά μου μούσκεψαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το ίδιο και το πανοφώρι και το φόρεμά μου. Δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου. Με κρατούσε από τον ώμο και κολλήσαμε ο ένας πάνω στον άλλο. Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμασταν έτσι, σε εκείνο τον άδειο δρόμο, σε εκείνο το καταφύγιο, λουφαγμένοι και μουλιασμένοι. Η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο κοφτή, ένιωσα το χέρι του να με τραβάει προς το μέρος του, με αγκάλιασε, κάτω από το υπόστεγο που δεν μας προστάτευε ούτε από τη βροχή ούτε από τον αέρα, τον πήρα κι εγώ αγκαλιά και τον έσφιξα πάνω μου, όπως δεν είχα αγκαλιάσει κανέναν. Αυτό το φιλί ήταν σαν μακροβούτι στην ευτυχία. Ένιωσα την καρδιά μου να φτερουγίζει.

– Το βαλς των δέντρων και του ουρανού, Jean-Michel Guenassia

Προς Συζήτηση...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s