Απόγευμα του Φλεβάρη

Masculin Feminin (Jean Luc-Godard, 1966)
Masculin Feminin (Jean Luc-Godard, 1966)

Είναι απόγευμα Πέμπτης. Μόλις έχω βγει από τον σταθμό του μετρό και σφίγγω το παλτό γύρω απ’ το σώμα μου. Έξω έχει παγωνιά και ο ήλιος ετοιμάζεται να κρυφτεί πίσω απ’ τα τσιμεντένια κτήρια. Ψάχνω τα γάντια μου μες στην τσάντα, αλλά μάταια. Είναι ξεχασμένα πάνω στην ξύλινη κουπαστή του κρεβατιού. Αρχίζω να νιώθω ένα μυρμήγκιασμα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού. Αυτές οι άτιμες χιονίστρες πάλι δε με αφήνουν σε ησυχία. Χώνω τα χέρια μου στις φαρδιές τσέπες του παλτού μου και με αποφασιστικό βήμα ξεκινάω για το μικρό εκείνο καφέ που ανακάλυψα μόλις μια εβδομάδα πριν. Είναι χωμένο σε κάτι στενά στους Αμπελόκηπους, πίσω απ’ το συνοικιακό σινεμά.

Καθώς περπατάω στη λεωφόρο Αλεξάνδρας τα μάτια μου κινούνται νευρικά πότε πάνω σε άδεια βλέμματα, πότε πάνω σε εγκαταλελειμμένα κτήρια – εκείνα είναι που απαιτούν την προσοχή μου. Μπροστά στο La Pasteria τα βήματα μου χάνουν τον ρυθμό τους, μου ορίζουν να σταματήσω. Ένα απρόσμενο κύμα νοσταλγίας με τυλίγει. Είναι στιγμιαίο. Δευτερόλεπτα μετά περπατάω ξανά με σκοπό -ναι, να φτάσω σ’ εκείνο το μικρό καφέ. Τα γρανάζια του μυαλού μου δουλεύουν σε πυρετώδης ρυθμούς. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις.

Δεν καταλαβαίνω πότε διέσχισα τόσες διαβάσεις, αλλά στέκομαι μπροστά στο μικρό καφέ – μια σταλιά, δέκα τραπέζια όλα κι όλα. Σπρώχνω την πόρτα και η μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ φτάνει στα ρουθούνια μου. Διαλέγω ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο και αρχίζω να ξετυλίγω το κόκκινο πλεκτό κασκόλ μου. Παραγγέλνω έναν espresso και μέχρι να φτάσει βγάζω απ’ την τσάντα μου το βιβλίο που διαβάζω και το σημειωματάριο μου. Παίζω το στυλό ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις σκέψεις που γυρόφερναν στο μυαλό μου σε αυτή τη μικρή διαδρομή, απ’ τον σταθμό του μετρό μέχρι εδώ. Δεν είμαι ποιήτρια, δεν είμαι λογοτέχνης. Απλώς κάποιες στιγμές νιώθω μια απίστευτη ανάγκη να βάλω τις σκέψεις μου πάνω σε μια κόλλα χαρτί, κι ας είναι άναρχες και δίχως συνοχή. Οπότε γράφω, γράφω, γράφω.

Κάποια άδεια κτήρια ερημωμένα και εγκαταλελειμμένα είναι στο μυαλό μου συνδυασμένα με πρόσωπα και αναμνήσεις. Να, σαν και κείνο το ιταλικό εστιατόριο που προσπέρασα σήμερα το απόγευμα. Όταν ήμουν φοιτήτρια το επισκεπτόμουν μαζί με την νονά μου. Είχαμε μικρή ηλικιακή διαφορά και κάναμε πολύ παρέα. Σε κείνη προσέβλεπα για συμβουλές και με κείνη ένιωθα πως μπορούσα να συζητήσω τα πάντα. Δεν μας έδεναν μόνο συγγενικοί δεσμοί, ήταν φιλία πάνω απ’ όλα. Κι όμως, τώρα πια είμαστε σαν ξένες. Απομονώθηκε η μία απ’ την άλλη. Αλλάξαμε και οι δύο. Βρισκόμαστε σπάνια, και αυτό μόνο και μόνο γιατί το επιβάλλουν οι οικογενειακές σχέσεις. Τυπικότητα. Ψυχρότητα. Ψεύτικα χαμόγελα. Κατ’ουσίαν αποξένωση. Η σχέση μας είναι σαν το ερημωμένο κτήριο. Θέλει μόνο ένα χτύπημα για να γίνει συντρίμμια.

Και μετά αρχίζω και θυμάμαι κι άλλες περιπτώσεις τέτοιων κτηρίων. Εκείνο το εμπορικό κέντρο που επισκεπτόμουν σαν παιδί είναι πλέον ένα κτήριο φάντασμα. Το σινεμά που έβγαινα ραντεβού με πρώτο μου αγόρι δεν υπάρχει πια. Το λούνα παρκ που πηγαίναμε παρέα με τους φίλους μου στην εφηβεία μας έχει γίνει αγνώριστο. Γκρέμισαν και τον φούρνο που αγοράζαμε φρέσκο ψωμί κάθε πρωί μαζί με τη γιαγιά μου, όταν η μαμά μου ήταν έγκυος στον μικρό μου αδερφό. Ακόμη και στην πλατεία της τωρινής μου γειτονιάς ξεπετάχτηκε ένα κτήριο έκτρωμα που θέλει να περνιέται για φαρμακείο. Τι υπήρχε πριν στη θέση του δεν θυμάμαι πια.

Και κάπως έτσι συνδέω αυτά τα έρημα κτήρια που κάποιες φορές συναντώ σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας με τη χαμένη μου εφηβεία, τα χαρούμενα παιδικά μου χρόνια, τα ανέμελα φοιτητικά μου χρόνια, το πρώτο μου αγόρι, την νονά μου, τους παιδικούς μου φίλους. Όλα αυτά τα πρόσωπα και οι αναμνήσεις γινήκαν ένα γαϊτανάκι στο μυαλό μου. Και μες σε κείνο το μικρό καφέ άρχισα να γράφω γι’ αυτά στο σημειωματάριο μου.

Ο ζεστός καφές είναι η ιδανική συντροφιά σ’ αυτό το κρύο απόγευμα. Κάθε γουλιά και μια μικρή απόλαυση. Για μια μονάχα στιγμή νιώθω το χρόνο να έχει παγώσει – όπως σε καρέ σε ταινία. Μια ανάσα στο χρόνο για να τακτοποιήσω σκέψεις και συναισθήματα. Αυτό μόνο μου αρκεί για να συνεχίσω τη μέρα μου όπως και πρώτα.

Κλείνω το σημειωματάριο με μια απότομη κίνηση. Οι σελίδες του γέμισαν σκόρπιες λέξεις. Οι σκέψεις χύθηκαν στο χαρτί. Η ψυχή ζυγίζει λιγότερο. Φωνάζω το γκαρσόνι, το πληρώνω και αρχίζω να τυλίγω το κόκκινο πλεκτό κασκόλ γύρω απ’ τον λαιμό μου. Ανοίγω την πόρτα του καφέ και νιώθω τον κρύο αέρα στο πρόσωπο μου. Ο ουρανός σκοτείνιασε. Τα φώτα του δρόμου είναι αναμμένα. Χώνω τα χέρια στις μεγάλες τσέπες του παλτού μου, ανασηκώνω τους ώμους μου και παίρνω βαθιά ανάσα. Ο δρόμος με περιμένει.

Προς Συζήτηση...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s