The Troubadour

Illumination from the Manesse Code, 14th century. (Heidelberg, Universitatsbibliothek)

The Troubadour (thirteenth century)

You have heard about Raimbaut de Vaqueiras and how he came to high rank and thanks to whom. But now I want to tell you how, when the good Marquis of Monferrato had knighted him, he fell in love with the Lady Beatrice, the Marquis’s sister and sister of the Lady Alazais of Saluzzo.

He loved her very much and desired her, being very careful not to let her or others know this; he extolled her merits and worth and he found her many friends, men and women from far and near. And she gave him a welcome that did him great honour. And he was dying of desire and dread, so much so he dared not ask her for her love nor show her that he was in love with her.

But one day, like a man tormented by love, he presented himself before her, and told her that he loved a young noblewoman of great worth, and enjoyed a most intimate relationship with her, but dared not confess or show his love for her, nor ask for her love, so deeply was he in awe of her great wealth and of the great consideration and honour in which she was held by all; and begged her in the name of God and compassion to counsel him: ought he to open his heart and reveal his desire to her, adn ask her for her love, or should he die in silence, fearing and loving?

The noblewoman, the Lady Beatrice, on hearing Raimbaut’s words and knowing of his desire for love – and she was already well aware that he was dying of languor and love for her – was seized by compassion and love and she said to him: ‘Raimbaut, it is right that every faithful friend, if he love a noblewoman, use her reverence and fear to reveal the love he feels for her; but before he dies, I would advise him to make his love and his desire known to her and to ask her to accept him as her servitor and friend. And I assure you that, if the woman is intelligent and courteous, she will not take it badly nor will she feel diminished, on the contrary, she will appreciate him even more and will hold him even greater esteem.

And I advice you to open your hear to the woman you love and show her the desire you have for her, and beg her to accept you as her servitor and knight; since you are such an esteemed knight that no woman in the world would be unhappy to have you at her side as knight and servitor. And I have seen that the Lady Alazais, the Countess of Saluzzo, accepted the courtship of Arnaut de Maroill; and the Lady Maria, that of Gaucelm Faidit; and the Lady of Marseilles, that of Folquet of Marseilles. And so I advise and I authorise you, on the strength of my words and my reassurance, to beg her and ask her for her love.

When Raimbaut heard the advice she gave him and the reassurance and authorisation that she offered him, he told her that she was the woman he loved and about whom he had asked her opinion. And the Lady Beatrice said that he was welcome, and that he should try to act nobly and to speak well and to show his worth, and that she was prepared to accept him as her knight and servitor and that he should buckle down to his task. And Raimbaut tried to speak and act worthily, and to enhance the prestige of the Lady Beatrice whenever this was possible. And then he composed the song that you will find written here as follows:

(Love) now asks me to follow its wont and its customs.

– On Beauty, Umberto Eco (p.165-166)

Moments in Film | Toy Story 3 (2010)

Μου αρέσει πολύ που η Barbie παρουσιάζεται ως μια δυναμική γυναίκα που έχει λόγο και πολιτική συνείδηση. Bravo Toy Story 3!

Το Χρυσό Σημειωματάριο | Ντόρις Λέσινγκ (2)

tumblr_om0c6fsowq1r6rjufo1_540
Sylvia Plath & Ted Hughes

(εικόνα: ένα ζευγάρι, άντρας – γυναίκα, συγγραφείς στην ιδιότητα, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ένα πρωινό)

«Οποιοσδήποτε θα έλεγε ότι δύο συγγραφείς δεν πρέπει να είναι μαζί. Ή μάλλον ότι ένας ανταγωνιστικός Αμερικανός δεν θα έπρεπε να είναι με μια γυναίκα που έχει γράψει ένα βιβλίο».

«Σωστά», είπε. Αλλά, σε παρακαλώ, μη μου κάνεις πάλι κανένα από τα πομπώδη σοσιαλιστικά σου κηρύγματα για την ισότητα των αντρών και των γυναικών».

«Μπορεί να σου κάνω ένα πομπώδες κήρυγμα γιατί το απολαμβάνω. Αλλά δεν το πιστεύω. Η αλήθεια είναι ότι θυμώνω που έγραψες ένα επιτυχημένο βιβλίο. Και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι υπήρξα πάντα υποκριτής και ότι στην πραγματικότητα μου αρέσουν οι κοινωνίες στις οποίες οι γυναίκες είναι πολίτες Βήτα κατηγορίας, μου αρέσει να είμαι το αφεντικό και να με κολακεύουν».

«Ωραία», είπα. «Γιατί σε μια κοινωνία όπου ούτε ένας άντρας στους δέκα χιλιάδες δεν έχει αρχίσει ακόμη να καταλαβαίνει ότι οι γυναίκες είναι πολίτες Βήτα κατηγορίας, πρέπει να βασιστούμε στη συντροφιά των αντρών εκείνων που τουλάχιστον δεν είναι υποκριτές».

«Και, τώρα που συμφωνήσαμε, μπορείς να μου φτιάξεις λίγο καφέ, γιατί αυτός είναι ο ρόλος σου στη ζωή;»

«Με μεγάλη μου χαρά», είπα και φάγαμε πρωινό καλοδιάθετοι, συμπαθώντας ο ένας τον άλλο.

– Ντόρις Λέσινγκ, Το Χρυσό Σημειωματάριο (σελ. 673)

Ingmar Bergman| Ο Μαγικός Φανός

Πριν από λίγους μήνες είχα την τύχη να διαβάσω ένα βιβλίο που έγραψε ο αγαπημένος μου Σουηδός σκηνοθέτης Ingmar Bergman, το Ο Μαγικός Φανός. Μέσα απ’ αυτήν την αυτοβιογραφία ο Ingmar ξετυλίγει εικόνες από την παιδική του ηλικία, τη ζωή και τη δράση του στο θέατρο και στον κινηματογράφο, τις πολυτάραχες σχέσεις του με τις γυναίκες. Και όλες αυτές τις εμπειρίες του, έτσι όπως μας τις διηγείται, τις αναγνωρίζουμε σε σκηνές απ’ τις ταινίες του. Όλη του η θεώρηση για τη ζωή είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από το κάθε έργο του.

Παρακάτω ακολουθούν μερικά αγαπημένα μου αποσπάσματα απ’ το βιβλίο.

«Ταινία σαν όνειρο, ταινία σαν μουσική. Κανένα είδος Τέχνης δεν περνάει, όπως ο κινηματογράφος, πέρα από την καθημερινότητα της συνείδησης, κατευθείαν στα συναισθήματά μας, βαθιά στον χώρο του λυκόφωτος της ψυχής. Ένας μικρός σπασμός στο οπτικό μας νεύρο, ένα επακόλουθο του σοκ: είκοσι τέσσερα φωτισμένα καρέ το δευτερόλεπτο, ενδιάμεσα σκοτάδι, το οπτικό νεύρο δεν καταγράφει το σκοτάδι. Όταν κάθομαι στο τραπέζι του μοντάζ και περνάω την ταινία καρέ-καρέ έχω πάντα την ίδια μεθυστική αίσθηση μαγείας που είχα και ως παιδί: εκεί μέσα στα σκοτάδια της γκαρνταρόμπας γύριζα αργά τη μανιβέλα και η μία εικόνα ακολουθούσε την άλλη, έβλεπα τις σχεδόν ανεπαίσθητες αλλαγές. Μετά γύριζα πιο γρήγορα: κίνηση!»

«Το καλοκαίρι του 1949 έκλεισα τα τριάντα ένα χρόνια. Στη μέχρι τότε επαγγελματική ζωή μου είχα δουλέψει σκληρά και δίχως ανάπαυλα. Γι’ αυτό και το συναπάντημα μου με το ζεστό φθινοπωρινό Παρίσι απέβη μια εντελώς συγκλονιστική εμπειρία. Ο έρωτας που βρήκε χρόνο και ευκαιρία να αναπτυχθεί ελεύθερα άνοιξε χώρους κλειστούς, έριξε τοίχους, μου επέτρεψε να ανασάνω. Η προδοσία προς την Έλεν και τα παιδιά υπήρχε κάπου μέσα σε μια ομίχλη, μονίμως παρούσα αλλά και παραδόξως διεγερτική. Για μερικούς μήνες ζούσα και ανέπνεα μια παράτολμη σκηνοθεσία που ήταν ανένδοτα αληθινή και, ως εκ τούτου, αναντικατάστατη. Θα αποδεικνυόταν τρομακτικά δαπανηρή όταν ερχόταν ο λογαριασμός.»

«Υπάρχουν κινούμενες εικόνες με ήχο και φως που δεν εγκαταλείπουν ποτέ την ψυχική μηχανή προβολής αλλά επαναλαμβάνονται ατέρμονα σε όλη μας τη ζωή με αναλλοίωτη ευκρίνεια και με αναλλοίωτη, αντικειμενική σαφήνεια. Απομένει μόνο το δικό μας ένστικτο που ακατάπαυστα και ανελέητα κινείται εσωτερικά προς την αλήθεια.»

«Οι δύο γυναίκες συγκρίναν ακόμη τα χέρια τους. Μια μέρα ανακάλυψα πως η μία ήταν βουβή, όπως εγώ. Η άλλη ήταν ομιλητική, σχολαστική και περιποιητική, όπως εγώ. Δεν είχα όρεξη να γράψω κανονικό σενάριο. Οι σκηνές γεννιόνταν με άπειρο κόπο, ήταν σχεδόν αδύνατο να διατυπώσω λέξεις και φράσεις. Οι επαφές ανάμεσα στο μηχανισμό της φαντασίας και στα γρανάζια της υλοποίησης είτε είχαν κοπεί είτε είχαν σοβαρές ζημιές. Ήξερα τι ήθελα να πω, αλλά δεν μπορούσα να το πω.»

«Συνεργάστηκα με τη Χάριετ Άντερσον όλα τα χρόνια. Είναι ένας άνθρωπος με σπάνια δύναμη αλλά και τρωτός, με μια δόση μεγαλοφυούς ταλέντου. Η σχέση της με την κάμερα είναι ντόμπρα και αισθησιακή. Διαθέτει επίσης υπέροχη τεχνική και κινείται αστραπιαία ανάμεσα στην εντονότερη εμπειρία και στη νηφάλια καταγραφή. Το χιούμορ της χαρακτηρίζεται από δριμύτητα αλλά δεν γίνεται ποτέ κυνικό. Είναι ένα αξιαγάπητο άτομο και μία από τις πιο αγαπημένες φίλες μου.»

 

 

 

#InternationalKissingDay

                                                              American Honey (2016)

Θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι των 18. Τα πρώτα ραντεβού. Βόλτες στα στενά σοκάκια της πόλης, λίγο μετά τη δύση του ηλίου. Ανέμελες συζητήσεις, πλάγιες ματιές, χαμόγελα που λέγανε όσα οι λέξεις δεν μπορούσανε να πουν, φευγαλέα αγγίγματα, παλάμες ιδρωμένες. Και μετά, εκεί στην άκρη του δρόμου, το πρώτο αναπάντεχο φιλί. Αυθόρμητο, λες και από το πουθενά, στο πλάι των χειλιών.